Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

παγκόσμια ημέρα ποίησης 2026 - ο οβολός μου

Pequeño vals Vienés

Federico García Lorca
Μικρό βιενέζικο βαλς

του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

En Viena hay diez muchachas,
un hombro donde solloza la muerte
y un bosque de palomas disecadas.
Hay un fragmento de la mañana
en el museo de la escarcha.
Hay un salón con mil ventanas.
¡Ay, ay, ay, ay!
Toma este vals con la boca cerrada.

Este vals, este vals, este vals,
de sí, de muerte y de coñac
que moja su cola en el mar.

Te quiero, te quiero, te quiero,
con la butaca y el libro muerto,
por el melancólico pasillo,
en el oscuro desván del lirio,
en nuestra cama de la luna
y en la danza que sueña la tortuga.
¡Ay, ay, ay, ay!
Toma este vals de quebrada cintura.

En Viena hay cuatro espejos
donde juegan tu boca y los ecos.
Hay una muerte para piano
que pinta de azul a los muchachos.
Hay mendigos por los tejados.
Hay frescas guirnaldas de llanto.
¡Ay, ay, ay, ay!
Toma este vals que se muere en mis brazos.

Porque te quiero, te quiero, amor mío,
en el desván donde juegan los niños,
soñando viejas luces de Hungría
por los rumores de la tarde tibia,
viendo ovejas y lirios de nieve
por el silencio oscuro de tu frente.
¡Ay, ay, ay, ay!
Toma este vals del "Te quiero siempre".

En Viena bailaré contigo
con un disfraz que tenga
cabeza de río.
¡Mira qué orilla tengo de jacintos!
Dejaré mi boca entre tus piernas,
mi alma en fotografías y azucenas,
y en las ondas oscuras de tu andar
quiero, amor mío, amor mío, dejar,
violín y sepulcro, las cintas del vals.


Στη Βιέννη έχει δέκα κοπέλες,
έναν ώμο όπου σπαράζει ο θάνατος
κι ένα δάσος βαλσαμωμένα περιστέρια.
Έχει ένα θραύσμα χαραυγής
στο μουσείο της πάχνης.
Ένα σαλόνι με χίλια παράθυρα.
Αχ, αχ, αχ, αχ!
Πάρε το βαλς αυτό με το στόμα κλειστό.

Το βαλς, το βαλς, το βαλς αυτό
του ναι, του κονιάκ και του θανάτου
που βουτά την ουρά του στη θάλασσα.

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,
στην πολυθρόνα και το νεκρό βιβλίο,
στον μελαγχολικό διάδρομο,
στη σκοτεινή σοφίτα του κρίνου,
στο κρεβάτι μας, του φεγγαριού κρεβάτι,
και στον χορό που ονειρεύεται η χελώνα.
Αχ, αχ, αχ, αχ!
Πάρε το βαλς αυτό με τη σπαστή τη μέση.

Στη Βιέννη έχει τέσσερις καθρέφτες
όπου το στόμα σου παίζει με την ηχώ.
Έχει έναν θάνατο για πιάνο
που βάφει τα αγόρια γαλάζια.
Έχει ζητιάνους στα κεραμίδια.
Έχει φρέσκες γιρλάντες θρήνων.
Αχ, αχ, αχ, αχ!
Πάρε το βαλς αυτό που ξεψυχά στην αγκαλιά μου.

Γιατί σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, αγάπη μου,
στη σοφίτα όπου παίζουν τα παιδιά,
ονειρεύομαι παλιά ουγγαρέζικα φώτα
στους ήχους του ζεστού απομεσήμερου,
βλέπω χιονάτα πρόβατα και κρίνους
στη σκοτεινή σιωπή στο μέτωπό σου.
Αχ, αχ, αχ, αχ!
Πάρε το βαλς αυτό του «Πάντα σ’ αγαπώ».

Στη Βιέννη θα χορέψω μαζί σου
φορώντας μεταμφίεση
με ποταμού κεφάλι.
Δες τους υάκινθους στην όχθη μου!
Το στόμα μου αφήνω ανάμεσα στα πόδια σου,
την ψυχή μου σε φωτογραφίες και αγάπανθους,
και στα σκούρα κύματα της περπατησιάς σου
θέλω, αγάπη μου, αγάπη μου, ν’ αφήσω,
βιολί και μνήμα, τις κορδέλες του βαλς.


Πρόσφατα παρέδωσα τη μετάφραση ενός κόμικς όπου υπήρχε ένα παράθεμα από το ποίημα του Γκαρθία Λόρκα «Μικρό βιενέζικο βαλς». Με την αφορμή αυτή, κάθισα και μετέφρασα ολόκληρο το ποίημα και το αναρτώ σήμερα για την παγκόσμια ημέρα ποίησης.

Το παράθεμα εμφανίζεται στο κόμικς “Je suis un ange perdu” (γαλλικό πρωτότυπο) / “Soy un ángel caído” (ισπανικό πρωτότυπο) του Καταλανού δημιουργού Jordi Lafebre, ένα αστυνομικό θρίλερ με ιστορικές, κοινωνικές και ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, που εκτυλίσσεται στη Βαρκελώνη. Θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως με πιθανό τίτλο «Έκπτωτος άγγελος».

Στον στίχο “de sí, de muerte y de coñac” η λέξη “sí” μπορεί να είναι είτε αυτοπαθής αντωνυμία είτε επίρρημα κατάφασης. Επέλεξα τη δεύτερη ερμηνεία, διότι μου φάνηκε πιο συνεπής με το κλίμα του ποιήματος και διότι διευκολύνει τη δημιουργία ενός αρμονικού στίχου στα ελληνικά.

Στον παρακάτω σύνδεσμο υπάρχουν δύο άλλες μεταφράσεις του ποιήματος από εκλεκτούς συναδέλφους που εκτιμώ πολύ, τον Βασίλη Λαλιώτη και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Έχω μόνο μια μικρή αντίρρηση για την επιλογή του Λαλιώτη να αποδώσει το «mañana» ως «αύριο»: εφόσον προηγείται το θηλυκό άρθρο «la», είναι σαφές ότι αναφέρεται στο ουσιαστικό που σημαίνει «πρωί». Αλλά στην τελική πρόκειται για ποίηση, όπου οι μεταφραστές γινόμαστε ποιητές και δικαιούμαστε να πάρουμε μια μεταφραστική ποιητική άδεια.
1 ποίημα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα από το Poeta en Nueva York (1930) σε 2 μεταφράσεις

Στην παρακάτω ανάρτηση θα βρείτε άλλη μια μετάφραση του ποιήματος, από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη:
Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Κι εδώ μια αγγλική εκδοχή του ποιήματος:
Soñando viejas luces de Hungría

Και φυσικά δεν μπορεί να λείπει η διασκευή του Λέοναρντ Κοέν:
Leonard Cohen - Take This Waltz (Official Live in London 2008)

Καταθέστε κι εσείς τον οβολό σας αν θέλετε.

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Πώς πήρε ο καθεδρικός την κάτω βόλτα

Πριν από δεκαπέντε χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο El hablador του Mario Vargas Llosa, κατόπιν δικής μου πρότασης στον εκδότη και σε δική μου μετάφραση, με τίτλο Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες. Την περιπέτεια εκείνης της μετάφρασης την έχω αφηγηθεί σε μια σειρά έντεκα αναρτήσεων με γενικό τίτλο Ο ιστορητής. Όσοι έχουν διαβάσει αρκετά έργα του, ξέρουν ότι υπάρχουν πολλά ονόματα που επανέρχονται - ονόματα τόπων, ανθρώπων, καταστημάτων, οργανώσεων... Έτσι λοιπόν, αφού έκανα το πρώτο προσχέδιο της μετάφρασης, θέλησα να διαβάσω μεταφράσεις άλλων βιβλίων του από άλλους συναδέλφους, για να δω πώς είχαν αποδοθεί αυτά τα ονόματα. Πέρασα αρκετές μέρες στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Θερβάντες, αντιπαραβάλλοντας πρωτότυπα με μεταφράσεις, αποδελτιώνοντας και κρατώντας σημειώσεις. Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά του μυθιστορήματος Conversación en la Catedral, που έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εξάντας με τον τίτλο Πότε πήραμε την κάτω βόλτα.

Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του Vargas Llosa. Πολυεπίπεδο και δαιδαλώδες, περιγράφει την κατάσταση στο Περού την περίοδο της δικτατορίας του Μανουέλ Οδρία. Με κεντρικό άξονα μια αστυνομική πλοκή όχι και τόσο προσχηματική, μας φέρνει σε επαφή με ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και τους πολιτικούς χώρους, που εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας. Με τον γνωστό του γλαφυρό τρόπο, ο Μάριο μας δείχνει για άλλη μια φορά σε τι βαθμό το προσωπικό είναι πολιτικό και αντιστρόφως.

Το βιβλίο αυτό το είχα διαβάσει χρόνια πριν, συγκαταλεγόταν στα αγαπημένα μου και το είχα στη βιβλιοθήκη μου, αλλά μόνο στα ισπανικά. Αναζήτησα το ελληνικό στη βιβλιοθήκη και άρχισα να τα αντιπαραβάλλω. Όταν έφτασα στο τέλος του ελληνικού τόμου, διαπίστωσα ότι σταματούσε στα μισά: από τα πέντε μέρη στα οποία χωρίζεται το έργο, περιείχε μόνο τα τρία πρώτα. Το βρήκα φυσικό, καθώς ήξερα ότι το έργο αυτό, λόγω όγκου, είχε κυκλοφορήσει και στα ισπανικά σε διάφορες εκδόσεις ως δίτομο. Σκέφτηκα λοιπόν ότι ο ελληνικός τόμος που κρατούσα στα χέρια μου θα ήταν ο πρώτος και απλώς δεν είχα μπορέσει να εντοπίσω στο ράφι τον δεύτερο. Πήγα στη γραμματεία και τον ζήτησα, αλλά μου είπαν ότι δεν τον είχαν. Υπέθεσα ότι κάποιος τον είχε δανειστεί, αλλά μου είπαν πως όχι, δεν είχαν δεύτερο τόμο καθόλου. Παραξενεμένη, ρώτησα πώς ήταν δυνατόν να έχουν μόνο τον έναν τόμο από ένα δίτομο έργο και μου απάντησαν ότι δεν ήταν δίτομο, δεν υπήρχε δεύτερος τόμος, η ελληνική έκδοση περιλάμβανε μόνο τον έναν τόμο που κρατούσα στα χέρια μου – ο οποίος περιείχε μόνο το πρώτο μισό του βιβλίου.

Πεπεισμένη ότι είχε γίνει κάποιο λάθος, έψαξα στο ίντερνετ και διαπίστωσα ότι πράγματι έτσι ήταν: το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε έναν μόνο τόμο. Έκανα τη σκέψη πως οι εκδότες θα σκόπευαν να εκδώσουν και τον δεύτερο τόμο κάποια στιγμή, αλλά η έκδοση δεν ήταν και τόσο πρόσφατη για να στέκει λογικά κάτι τέτοιο, άλλωστε ο τόμος αυτός δεν έγραφε πουθενά "Τόμος Α" ή "Μέρος πρώτο" ή κάτι άλλο που να δίνει στον αναγνώστη να καταλάβει ότι έπεται συνέχεια. Επικοινώνησα με τις εκδόσεις, το έλεγξαν και μου είπαν ότι είχα δίκιο. Το έργο είχε κυκλοφορήσει μισό εκ παραδρομής και δεν το είχαν αντιληφθεί μέχρι που τους το επεσήμανα εγώ. Όταν έγινε σαφές αυτό, ρώτησα αν σκόπευαν να εκδώσουν και το υπόλοιπο, προσθέτοντας ότι θα ήταν χαρά μου να το μεταφράσω εγώ. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχε άμεση προοπτική έκδοσης.

Παραθέτω τμήμα της αλληλογραφίας μας:

«Η μετάφραση έγινε από ένα hardback πρωτότυπο των εκδόσεων Seix Barral, παλαιότερο της επανέκδοσης του 1996, το οποίο επίσης δεν ανέφερε πουθενά ότι επρόκειτο για πρώτο τόμο και το οποίο τελείωνε ακριβώς στο σημείο όπου τελειώνει και το δικό μας [...].

Πρόκειται για ένα άνευ προηγουμένου εκδοτικό “ατύχημα”, για το οποίο δυστυχώς είναι αδύνατον να υπάρξει κάποιου είδους επανόρθωση. Το βιβλίο είναι σχεδόν εξαντλημένο και δεν διαφαίνεται πιθανότητα επανέκδοσής του, τουλάχιστον από τον Εξάντα. Μπορούμε μονάχα να ζητήσουμε συγγνώμη, από εσάς και όλους τους μέχρι τώρα ανυποψίαστους αναγνώστες, γι' αυτή την απολύτως ακούσια παράλειψη

Η αμέσως επόμενη κίνησή μου ήταν να ενημερώσω τον αείμνηστο Ανταίο Χρυστοστομίδη, τότε υπεύθυνο ξένων γλωσσών τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τις οποίες συνεργαζόμουν για την έκδοση του El hablador. Ωστόσο ούτε από εκεί υπήρχε δυνατότητα για άμεση έκδοση κι έτσι το πράγμα έμεινε στο ψυγείο. 

Και θα μου πείτε, το ξέρεις αυτό εδώ και δεκαπέντε χρόνια και μας το λες τώρα; 

Η αλήθεια είναι ότι σκέφτηκα τότε να μοιραστώ την ανακάλυψή μου με την ανθρωπότητα, αλλά με συγκράτησε μια καθαρά εγωιστική σκέψη: θα ήθελα να κυκλοφορήσει το έργο σε δική μου μετάφραση και φοβήθηκα ότι αν το μάθαιναν όλοι, μπορεί να το ανέθεταν σε κάποιον άλλο. Αφενός είχα αρχίσει να το νιώθω κατά κάποιον τρόπο “δικό μου”, μια που εγώ διαπίστωσα αυτήν την έλλειψη, αφετέρου αγαπούσα πολύ αυτό το έργο και ήθελα να το μεταφράσω εγώ. Καθώς λοιπόν δεν υπήρχε άμεσα πρόθεση έκδοσης του έργου, ξεκίνησα να το μεταφράζω ιδιωτικά, από αγάπη κι από βίτσιο. Μου πήρε χρόνια, γιατί το έργο είναι μεγάλο και καταγινόμουν στον ελεύθερο χρόνο μου, που δεν ήταν ποτέ άφθονος, αλλά κάποια στιγμή τελείωσε και είναι πλέον έτοιμη. Προφανώς εξακολουθώ να θέλω να εκδοθεί η μετάφρασή μου, ενώ όμως όλα αυτά τα χρόνια με διακατείχε μια μυστικοπάθεια και δεν είχα θελήσει να το μοιραστώ παρά μόνο με ελάχιστα και έμπιστα άτομα, σήμερα πια δεν με νοιάζει αν το μάθουν όλοι κι αν μου “κλέψουν την ιδέα” της έκδοσης.

Ποιαν ιδέα, άλλωστε; Το έργο είναι δημιούργημα του Μάριο, όχι δικό μου. Αν ανήκει σε κάποιον, ανήκει στο κοινό του. Εγώ σαν μεταφράστρια δεν είμαι παρά το όχημα διαμέσου του οποίου το έργο φτάνει στο αναγνωστικό κοινό. Ναι, εγώ ήμουν εκείνη που διαπίστωσε το ολίσθημα της έκδοσης, αλλά θα μπορούσε να το διαπιστώσει και κάποιος άλλος (και ποιος ξέρει, ίσως κάποιος να το έχει ήδη διαπιστώσει παράλληλα με μένα). Αυτή η διαπίστωση όμως δεν μου δίνει το δικαίωμα να προβάλλω αξιώσεις. 

Μακάρι να κυκλοφορήσει το έργο στα ελληνικά στην πλήρη του μορφή, για χάρη των αναγνωστών κυρίως, αλλά και για τη μνήμη του συγγραφέα. Είναι πραγματικά κρίμα ένα τόσο σημαντικό έργο –για πολλούς το σημαντικότερο του Vargas Llosa– να κυκλοφορεί στα ελληνικά μισό. Το ποιος θα το μεταφράσει και ποιος θα το εκδώσει είναι δευτερεύον, το βασικό είναι να εκδοθεί.

Αντί επιλόγου

Για όσους αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να διάβασαν το έργο τόσοι άνθρωποι στην πορεία της έκδοσης και τόσοι αναγνώστες στη συνέχεια και κανείς να μην αντιλήφθηκε ότι το έργο είναι μισό –και μιλάμε για ένα έργο με αστυνομική πλοκή, ένα γνήσιο whodunnit που ο δολοφόνος αποκαλύπτεται στο τέλος, άρα στην ελληνική έκδοση δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί– η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο γραφής του Μάριο. Οι πιστοί του αναγνώστες είμαστε εξοικειωμένοι με τα πρωθύστερα και τα flashback, με τον ιδιαίτερο τρόπο που έχει να μπλέκει μεταξύ τους ιστορίες, διαλόγους, σκηνικά, έτσι που να χάνεται κανείς και να μην ξέρει ποιος μιλάει με ποιον και τι συμβαίνει πού. Μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο, δεν είναι πάντα εύκολο να παρακολουθήσεις τη διαδρομή και να ξετυλίξεις το νήμα. Μάλλον λοιπόν όλοι όσοι το διάβασαν υπέθεσαν ότι το τέλος του έργου κρέμεται στον αέρα, επειδή έτσι το θέλησε ο συγγραφέας – άλλωστε δεν είχαν λόγο να υποθέσουν κάτι άλλο!

Κλείνω με την ευχή να συντρέξουν σύντομα οι κατάλληλες συνθήκες για να εκδοθεί το Conversación en la Catedral πλήρες στα ελληνικά και με ένα δωράκι σχετικά με την προφορά και τη μεταγραφή του επωνύμου του συγγραφέα: Λιόσα ή Γιόσα;

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Interior: an inside look at the translation of a poem

This article was first published in Greek, in Philadelphus magazine, in 2015

I recently had the joy and privilege to translate a poem from Spanish to English and to have it published. Thanks to the recommendation of a friend (to whom I am deeply grateful both for this opportunity and for his insightful comments on my translation), I collaborated with painter and photographer Dimitris Yeros in translating correspondence regarding his book “Photographing Gabriel García Márquez”, Kerber editions. In this book, which presents photos of Gabriel García Márquez in his personal space from his latest years, there is a photo of the manuscript of a poem, hanging on the wall of his house.

The poem is “Interior” by Colombian poet Eduardo Carranza, published in his collection “Los pasos contados” (“Measured steps”). García Márquez mentions this poem in his text “La penitencia del poder” (“The penance of power”), an homage to the 70th birthday of Belisario Betancur, ex-president of Colombia, endorsed by many poets, among others Carranza’s daughter María Mercedes, also a poet.

INTERIOR

Los ojos que se miran
a través de los ángeles domésticos
del humo de la sopa.
En la botella brilladora canta
el ruiseñor del vino.

Reluce y tintinea lo visible
en la fruta, el reloj, la porcelana.
El pan abre su mano cereal
sobre el mantel. Las flores.
En el grabado antiguo toca el arpa
una muchacha de mil ochocientos.
El cigarrillo como que te asciende
la mano. Y una puerta se entreabre
sobre la sala silenciosa y tersa:
y más allá un huerto se presiente
o tal vez el recuerdo de un jardín.
En el espejo estás ya como ausente.
Por un instante se detiene todo
y escuchamos, absortos, lo invisible
de la noche que se abre a nuestro ensueño.
Con el café llega un país lejano.

          El tiempo nada puede.
Todas estas son cosas inmortales.

When my translation was published at Philadelphus magazine, I was asked to say a word on the translation process. I must admit it was not easy. I normally do not think about the process of translation while translating, especially not when translating literature. On the other hand, I have read various texts on the theory of translation, which will not doubt have influenced me. Nevertheless, I will attempt to describe the process as if I were observing it instead of actually being immersed in it.

It has been said that translation is the deepest possible lecture of a text. Indeed, every translation is a very deep lecture – and literary translation even more so. The deepest the lecture, the more insightful the translation. This does not mean that we need to analyse the content. Analysing is for critics. We should immerse ourselves in the text, allow the text to permeate us. The translator needs to step as much as possible into the author’s shoes in the way a reader does – to experience the text, not analyse it. The translator should feel as the author felt when they were writing this particular text. They should reproduce the mood. They should transfer the feeling, not the phrases. Of course, they ought to maintain the distinct style and structure, but in order to achieve this they should deconstruct the text inside them and reconstruct it in the target language, in a form not identical but equivalent.

Particularly in poetry, we need to maintain a very special element, of critical importance: musicality. By this I mean all morphological elements which give the poem its special character, be it rhythm, metre, rhyme, alliteration or anything else. In prose we also have musicality, of course, but its role in the overall feeling of the text is less important and rendering it is usually easier (notwithstanding certain exceptions). In poetry, musicality is a key element: if it is lost, the poem is no longer a poem.

I personally believe that in translating poetry, our priority should be transferring musicality and mood, even if this means we must loose something of the “meaning”. Umberto Eco in his book “Postille a ‘Il nome della rosa’ ” (“Postscript to ‘The Name of the Rose’ ”) comments on how intolerable it is to recite poetry ignoring the metre, as if we were reading prose, in an effort to emphasize the meaning. He points out that in order to read a poem, we should accept the melodious rhythm chosen by the author. He illustrates this opinion saying that it is better to recite Dante as if it were diary verses, than to drag behind the meaning at all costs. I believe that what is true for reciting, is also true for translating. It may not always be possible to keep the metre chosen by the author in the original, but there has to be a metre and it has to recreate the same mood (for instance, if we are translating a folk song, we could choose a common form of folk song in the target language for our translation, even if this form is not the same as in the source language, because it will give the same impression to the reader). The meaning is definitely important, but in poetry a large part of the meaning is actually transferred through  musicality. Without it the poem is altered in such a degree as to lose the translation goal.

That is why when I translate verse, be it poems or songs, I set aside the quest for meaning and I listen, I simply listen. I read the verses again and again, I sway to their rhythm, I dance in my mind. I let their music invade me. I may let it wander about in my head for hours or days. Till the time comes when I feel capable of singing it in the other language. And then I sit and write – quickly, rhythmically, without pausing. If someone sees me at that moment, they might think I am in a hurry, but actually I am just following the rhythm of the verse. I do not sit and think, because I have already thought – or rather felt – and now the time has come to compose. If a bit does not come immediately and spontaneously, I leave it blank and return to it later, in order to keep following the flow.

After I have this first version on paper, I read the translated text again and again. I hear it, I feel it, I listen to see if it recreates in me the same sensation I had when I first read the original. I make corrections and changes where I think needed – usually very few. Sometimes I might get stuck at a word or a phrase and then I leave it for a while and come back to it later. I let my thoughts wander to other things and return to the task with a clear mind. When I am through with this process, I then read the original together with the translation. Three, four, five, six times, as many as needed to make sure they sound as similar as possible – but no more. After a while, too much re-examination becomes a vicious circle or becomes analysis.

And so Carranza’s poem passed from Spanish into English.


INTERIOR

The eyes that look at you
through the domestic angels
of the steaming soup.
In the bright bottle
the wine nightingale sings.

The visible shines and tinkles
in the fruit, the clock, the porcelain.
The bread spreads its cereal hand
on the tablecloth. The flowers.
In the old engraving, playing the harp,
a girl of the nineteenth century.
The cigarette seems to raise
your hand. And a door ajar
leads to the silent, polished lounge:
beyond it one senses an orchard
or maybe the memory of a garden.
In the mirror you look already absent.
Everything pauses for an instant
and we listen, absorbed, to the invisible
of the night that opens to our daydream.
A far country arrives with the coffee.

Time is powerless.
All these are things immortal.

I loved the poem and the experience of translating it so much, that translating it into Greek came naturally. It might sound strange, but it seemed more difficult to me than the translation into English. The common Latin roots and the short verbal forms of both languages had helped. The Greek translation is less faithful to the original (in the sense of being less literal), because the differences of the two languages do not facilitate the recreation of nearly identical phrases. However, I hope it is as faithful in spirit, if not in word. 

A comment on the title: the word “interior” in this poem refers to the interior of a house. In English I could use the word as such. In Greek, however, I decided not to use the word “εσωτερικό” (“interior”) but the word “εντός” (“within”), because the sensation it created in me was the same as in the original. If I must rationalise it, I would say that the interior of this house, as presented to us, represents warmth, familiarity, the soul’s innermost core. It is the magical aspect of everyday life we all keep within.


ΕΝΤΟΣ

Τα μάτια που κοιτάζονται
μέσ’ απ’ τους σπιτικούς αγγέλους
του αχνού της σούπας.
Στη λαμπερή μποτίλια τραγουδά
το αηδόνι του κρασιού.

Αστράφτει, κουδουνίζει το ορατό
στα φρούτα, το ρολόι, την πορσελάνη.
Το ψωμί απλώνει το σταρένιο χέρι του
στο τραπέζι. Τα λουλούδια.
Στο παλιό κάδρο παίζει άρπα
μια κοπέλα του περασμένου αιώνα.
Το τσιγάρο σαν ν' ανασηκώνει
στο χέρι σου. Μια πόρτα μισανοίγει
στη σιωπηλή, λουστραρισμένη σάλα:
πιο πέρα η αίσθηση ενός περιβολιού
ή ίσως η ανάμνηση ενός κήπου.
Στον καθρέφτη μοιάζεις κιόλας απούσα.
Για μια στιγμή όλα κοντοστέκουν
προσηλωμένοι ακούμε το αόρατο
της νύχτας μες στο ονειροπόλημά μας.
Ο καφές φέρνει μια χώρα μακρινή.

                Ο χρόνος είναι ανήμπορος.
Όλα τούτα είναι πράγματα αθάνατα.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

Να φοράτε αντηλιακό (Wear sunscreen)

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 1 Ιουνίου 1997, στη Chicago Tribune. Έγινε viral και ο Buz Luhrmann το έκανε spoken song. Είναι ένα κείμενο που αγαπώ πολύ και γι' αυτό το μετέφρασα σαν δώρο στην αναδεξιμιά μου, που σήμερα κλείνει τα δεκαοκτώ. Στέλλα, σ' αγαπώ. Να φοράς αντηλιακό.
Οι συμβουλές, όπως και τα νιάτα, μάλλον χαραμίζονται στους νέους
Μέσα σε κάθε ενήλικα καραδοκεί ένας ομιλητής σε εκδήλωση αποφοίτησης που ψοφάει από λαχτάρα να βγει έξω, ένας βαριεστημένος σοφός δάσκαλος που ανυπομονεί να αγορεύσει σχετικά με τη ζωή σε νέους που θα προτιμούσαν να κάνουν πατίνια. Οι περισσότεροι εξ υμών, αλίμονο, δεν θα προσκληθούμε ποτέ να σπείρουμε λόγια σοφίας σε ένα ακροατήριο με τηβέννους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ψυχαγωγηθούμε συντάσσοντας έναν Οδηγό Ζωής για Αποφοίτους.
Συνιστώ σε κάθε άτομο άνω των 26 να το επιχειρήσει και σας ευχαριστώ που μου κάνετε τη χάρη να ανεχτείτε τη δική μου απόπειρα. Κυρίες και κύριοι της τάξης του ’97:
Να φοράτε αντηλιακό.
Αν μπορούσα να σας δώσω μόνο μία συμβουλή για το μέλλον, αυτή θα ήταν το αντηλιακό. Τα μακροχρόνια οφέλη του αντηλιακού έχουν αποδειχτεί από επιστήμονες, ενώ οι υπόλοιπες συμβουλές μου δεν έχουν καμιά αξιόπιστη βάση πέρα από την δαιδαλώδη προσωπική μου πείρα. Και τώρα θα σας δώσω αυτές τις συμβουλές.
Χαρείτε τη δύναμη και την ομορφιά της νιότης σας. Μπα, αφήστε το. Δεν θα καταλάβετε τη δύναμη και την ομορφιά της νιότης σας παρά μόνο όταν θα έχει ξεθωριάσει. Πιστέψτε με, πάντως, σε 20 χρόνια θα κοιτάτε τις φωτογραφίες σας και θα θυμάστε, με έναν τρόπο που δεν διανοείστε αυτή τη στιγμή, πόσες δυνατότητες είχατε μπροστά σας και πόσο κούκλες δείχνατε πραγματικά. Δεν είστε τόσο χοντρές όσο φαντάζεστε.
Μην ανησυχείτε για το μέλλον. Ή ανησυχήστε, αλλά να ξέρετε πως το να ανησυχείτε είναι τόσο αποτελεσματικό όσο το να προσπαθείτε να λύσετε μία αλγεβρική εξίσωση μασώντας τσίχλα. Τα πραγματικά προβλήματα στη ζωή σας θα αποδειχθεί ότι είναι πράγματα που ποτέ δεν πέρασαν από το μυαλό σας, απ’ αυτά που σας την πέφτουν ξαφνικά απ’ το πουθενά μια τεμπέλικη Τρίτη στις 4 το απόγευμα.
Κάντε κάθε μέρα κάτι που να σας τρομάζει.
Τραγουδήστε.
Μην παίζετε με τις καρδιές των ανθρώπων. Μην ανέχεστε ανθρώπους που παίζουν με την καρδιά σας.
Χρησιμοποιείτε οδοντικό νήμα.
Μη χάνετε χρόνο με ζήλειες. Κάποιες φορές θα είστε μπροστά, κάποιες πίσω. Ο αγώνας είναι μεγάλος και τελικά ο μόνος αντίπαλος είναι ο εαυτός σας.
Να θυμάστε τα κομπλιμέντα που δέχεστε. Να ξεχνάτε τις προσβολές. Αν τα καταφέρετε, πείτε μου πώς το κάνατε.
Κρατάτε τα παλιά ερωτικά σας γράμματα. Πετάξτε τα παλιά τραπεζικά εκκαθαριστικά.
Κάνετε διατάσεις.
Μη νιώθετε τύψεις αν δεν ξέρετε τι θέλετε να κάνετε στη ζωή σας. Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που γνωρίζω, στα 22 τους δεν ήξεραν τι ήθελαν να κάνουν στη ζωή τους. Μερικοί από τους πιο ενδιαφέροντες 40ρηδες που γνωρίζω, ακόμη δεν το ξέρουν.
Να παίρνετε πολύ ασβέστιο. Να φέρεστε καλά στα γόνατά σας, θα σας λείψουν όταν τα χάσετε.
Μπορεί να παντρευτείτε, μπορεί και όχι. Μπορεί να κάνετε παιδιά, μπορεί και όχι. Μπορεί να πάρετε διαζύγιο στα 40 σας, μπορεί να χορέψετε τα «Παπάκια» στην 75η επέτειο του γάμου σας. Ό,τι κι αν κάνετε, μην καμαρώνετε υπερβολικά και μην κατσαδιάζετε υπερβολικά τον εαυτό σας. Οι επιλογές σας είναι κατά το ήμισυ προϊόν τύχης. Το ίδιο και όλων των άλλων.  
Χαρείτε το σώμα σας. Χρησιμοποιείστε το με όποιον τρόπο μπορείτε. Μην το φοβάστε και μη φοβάστε το πώς το βλέπουν οι άλλοι. Είναι το καλύτερο όργανο που θα έχετε ποτέ.
Χορέψτε, ακόμα κι αν μπορείτε να το κάνετε μονάχα στο σαλόνι σας.
Να διαβάζετε τις οδηγίες, ακόμη κι αν τελικά δεν τις εφαρμόζετε.
Μη διαβάζετε περιοδικά ομορφιάς. Θα σας κάνουν μόνο να νιώσετε άσχημες.
Γνωρίστε τους γονείς σας. Δεν μπορείτε να ξέρετε πότε θα φύγουν για πάντα. Να είστε καλοί με τα αδέλφια σας. Είναι ο καλύτερος σύνδεσμος με το παρελθόν σας και οι άνθρωποι που είναι πιθανότερο να σας σταθούν στο μέλλον.
Καταλάβετε πως οι φίλοι έρχονται και φεύγουν, αλλά με λίγους και καλούς θα τα βγάλετε πέρα. Προσπαθήστε σκληρά να γεφυρώσετε τις αποστάσεις, γεωγραφικές και ιδεολογικές, γιατί όσο γερνάτε, τόσο περισσότερο θα χρειάζεστε τους ανθρώπους που σας γνωρίζουν από τότε που ήσασταν μικροί.
Ζήστε κάποια στιγμή στη Νέα Υόρκη, αλλά φύγετε πριν γίνετε σκληροί. Ζήστε κάποια στιγμή στη βόρεια Καλιφόρνια, αλλά φύγετε πριν γίνετε μαλθακοί. Ταξιδέψτε.
Αποδεχτείτε κάποιες αναπόδραστες αλήθειες: οι τιμές θα ανεβαίνουν. Οι πολιτικοί θα τσιλημπουρδίζουν. Ακόμη κι εσείς θα γεράσετε. Και όταν γεράσετε, θα φαντασιώνεστε πως όταν ήσασταν νέοι οι τιμές ήταν λογικές, οι πολιτικοί ήταν ευγενείς και τα παιδιά σέβονταν τους μεγαλύτερους.
Να σέβεστε τους μεγαλύτερους.
Μην περιμένετε από κανέναν να σας υποστηρίξει. Μπορεί να διαθέτετε αποταμιευτικό λογαριασμό. Μπορεί να αποκτήσετε πλούσιο σύζυγο. Αλλά ποτέ δεν ξέρετε πότε θα σας τελειώσει το ένα ή το άλλο.
Μην παιδεύετε πολύ τα μαλλιά σας, αλλιώς στα 40 σας θα φαίνονται σαν μαλλιά 85χρονης.
Προσέχετε ποιές συμβουλές ακολουθείτε, αλλά έχετε υπομονή με αυτούς που σας τις δίνουν. Οι συμβουλές είναι ένα είδος νοσταλγίας. Το να συμβουλεύεις είναι σαν να ψαρεύεις το παρελθόν από τα σκουπίδια, να το καθαρίζεις, να το περνάς ένα χέρι μπογιά στα άσχημα σημεία και να το ανακυκλώνεις δίνοντάς του περισσότερη αξία απ’ όση έχει.
Αλλά πιστέψτε με για το αντηλιακό.
Mary Schmich (Μέρι Σμιτς), Chicago Tribune |1 Ιουνίου, 1997 | 2:00 π.μ.
Advice, like youth, probably just wasted on the young
Inside every adult lurks a graduation speaker dying to get out, some world-weary pundit eager to pontificate on life to young people who'd rather be Rollerblading. Most of us, alas, will never be invited to sow our words of wisdom among an audience of caps and gowns, but there's no reason we can't entertain ourselves by composing a Guide to Life for Graduates.

I encourage anyone over 26 to try this and thank you for indulging my attempt. Ladies and gentlemen of the class of '97:

Wear sunscreen.

If I could offer you only one tip for the future, sunscreen would be it. The long-term benefits of sunscreen have been proved by scientists, whereas the rest of my advice has no basis more reliable than my own meandering experience. I will dispense this advice now.

Enjoy the power and beauty of your youth. Oh, never mind. You will not understand the power and beauty of your youth until they've faded. But trust me, in 20 years, you'll look back at photos of yourself and recall in a way you can't grasp now how much possibility lay before you and how fabulous you really looked. You are not as fat as you imagine.

Don't worry about the future. Or worry, but know that worrying is as effective as trying to solve an algebra equation by chewing bubble gum. The real troubles in your life are apt to be things that never crossed your worried mind, the kind that blindside you at 4 p.m. on some idle Tuesday.

Do one thing every day that scares you.

Sing.

Don't be reckless with other people's hearts. Don't put up with people who are reckless with yours.

Floss.

Don't waste your time on jealousy. Sometimes you're ahead, sometimes you're behind. The race is long and, in the end, it's only with yourself.

Remember compliments you receive. Forget the insults. If you succeed in doing this, tell me how.

Keep your old love letters. Throw away your old bank statements.

Stretch.

Don't feel guilty if you don't know what you want to do with your life. The most interesting people I know didn't know at 22 what they wanted to do with their lives. Some of the most interesting 40-year-olds I know still don't.

Get plenty of calcium. Be kind to your knees. You'll miss them when they're gone.

Maybe you'll marry, maybe you won't. Maybe you'll have children, maybe you won't. Maybe you'll divorce at 40, maybe you'll dance the funky chicken on your 75th wedding anniversary. Whatever you do, don't congratulate yourself too much, or berate yourself either. Your choices are half chance. So are everybody else's.



Enjoy your body. Use it every way you can. Don't be afraid of it or of what other people think of it. It's the greatest instrument you'll ever own.

Dance, even if you have nowhere to do it but your living room.

Read the directions, even if you don't follow them.

Do not read beauty magazines. They will only make you feel ugly.

Get to know your parents. You never know when they'll be gone for good. Be nice to your siblings. They're your best link to your past and the people most likely to stick with you in the future.

Understand that friends come and go, but with a precious few you should hold on. Work hard to bridge the gaps in geography and lifestyle, because the older you get, the more you need the people who knew you when you were young.

Live in New York City once, but leave before it makes you hard. Live in Northern California once, but leave before it makes you soft. Travel.

Accept certain inalienable truths: Prices will rise. Politicians will philander. You, too, will get old. And when you do, you'll fantasize that when you were young, prices were reasonable, politicians were noble and children respected their elders.

Respect your elders.

Don't expect anyone else to support you. Maybe you have a trust fund. Maybe you'll have a wealthy spouse. But you never know when either one might run out.

Don't mess too much with your hair or by the time you're 40 it will look 85.

Be careful whose advice you buy, but be patient with those who supply it. Advice is a form of nostalgia. Dispensing it is a way of fishing the past from the disposal, wiping it off, painting over the ugly parts and recycling it for more than it's worth.

But trust me on the sunscreen.

Mary Schmich, Chicago Tribune |

Jun 01, 1997 | 2:00 AM

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Interior

Η μετάφραση ποίησης φαντάζει στα μάτια μου ως ο κολοφώνας της λογοτεχνικής μετάφρασης. Ας πούμε ότι μου φαίνεται πως από όλα τα είδη μετάφρασης είναι αυτό που απαιτεί τη μεγαλύτερη δόση έμπνευσης και τη μικρότερη αναλογικά δόση μόχθου. Αναφέρομαι βέβαια στο γνωστό ρητό talent is five percent inspiration and ninety five percent perspiration και ουδόλως υποτιμώ τον μόχθο των μεταφραστών ποίησης, λέω μόνο ότι εκείνο το άλλο πέντε ή δεκαπέντε τοις εκατό - που δεν κατακτάται με μόχθο ή που απαιτεί ένα άλλο είχος μόχθου - είναι κεφαλαιώδους σημασίας στην ποίηση. 

Για το λόγο αυτό αποτελεί για μένα ένα είδος άπιαστου ονείρου: θα ήθελα πολύ να ασχοληθώ, αλλά δεν το αποτολμώ γιατί φοβάμαι ότι δεν έχω αυτό το κάτι που χρειάζεται. Έχω μεταφράσει κάποια ποιήματα και τραγούδια επαγγελματικά, αλλά ήταν στο πλαίσιο της μετάφρασης μυθιστορημάτων που έτυχε να περιέχουν και τέτοιες αναφορές. Πάντοτε, όποτε τύχαινε κάτι τέτοιο, αν υπήρχε ας πούμε ένα μόνο στιχάκι, μετέφραζα ολόκληρη τη στροφή ή ολόκληρο το ποίημα ή το τραγούδι αν ήταν μικρό, ώστε το στιχάκι να αποτελεί μέρος του όλου, να μην είναι κάτι ξεκομμένο. Ερασιτεχνικά έχω μεταφράσει αρκετά, πάντοτε όμως ένιωθα μεγάλη ανασφάλεια για το αποτέλεσμα. Οι μεταφράσεις αυτές ήταν όλες από τα Ισπανικά προς τα Ελληνικά. Ποτέ δεν έτυχε να καταπιαστώ με Αγγλικά ούτε να κάνω αυτό που λένε "αντίστροφη" μετάφραση, δηλαδή από τη μητρική μου γλώσσα προς κάποια άλλη.

Πριν από λίγους μήνες είχα τη χαρά να μεταφράσω ένα ποίημα από τα Ισπανικά στα Αγγλικά και να το δω μάλιστα δημοσιευμένο. Χάρη στη μεσολάβηση ενός φίλου (τον οποίο ευχαριστώ θερμά και για τις διορθώσεις στην παρούσα ανάρτηση), συνεργάστηκα με τον ζωγράφο και φωτογράφο Δημήτρη Γέρο για τη μετάφραση της αλληλογραφίας που αφορούσε την έκδοση του βιβλίου του Dimitris Yeros Photographing Gabriel García Márquez από τις εκδόσεις Kerber. Στο βιβλίο αυτό, με φωτογραφίες του Γκαρσία Μάρκες από τα τελευταία χρόνια της ζωής του στον προσωπικό του χώρο, περιλαμβάνεται και η φωτογραφία ενός χειρόγραφου ποιήματος που υπήρχε καδραρισμένο στο σπίτι του. 

Πρόκειται για το ποίημα Interior του Κολομβιανού ποιητή Εδουάρδο Καρράνσα (Eduardo Carranza).Έχει δημοσιευτεί στη συλλογή ποιημάτων του Los pasos contados.

Υπάρχει μια αναφορά στο ποίημα σε αυτό το κείμενο του Γκαρσία Μάρκες, που αφορά την 70η επέτειο των γενεθλίων του πρώην προέδrου της Κολομβίας Μπελισάριο Μπετανκούρ και που προσυπογράφεται από πολλούς ποιητές, μεταξύ αυτών και από την κόρη τού Καρράνσα, Μαρία Μερσέδες - επίσης ποιήτρια. 

Πολλά είπαμε όμως και η εισαγωγή κατάντησε μακρύτερη από το ποίημα. Μάλλον θα φταίει η ανασφάλειά μου και η απροθυμία μου να το εκθέσω στην κρίση σας. Άντε λοιπόν, ας κάνουμε τη βουτιά.


INTERIOR

The eyes that look at you
through the domestic angels
of the steaming soup.
In the bright bottle
the wine nightingale sings.

The visible shines and tinkles
in the fruit, the clock, the porcelain.
The bread spreads its cereal hand
on the tablecloth. The flowers.
In the old engraving, playing the harp,
a girl of the nineteenth century.
The cigarette seems to raise
your hand. And a door ajar
leads to the silent, polished lounge:
beyond it one senses an orchard
or maybe the memory of a garden.
In the mirror you look already absent.
Everything pauses for an instant
and we listen, absorbed, to the invisible
of the night that opens to our daydream.
A far country arrives with the coffee.

Time is powerless.
All these are things immortal.



INTERIOR

Los ojos que se miran
a través de los ángeles domésticos
del humo de la sopa.
En la botella brilladora canta
el ruiseñor del vino.

Reluce y tintinea lo visible
en la fruta, el reloj, la porcelana.
El pan abre su mano cereal
sobre el mantel. Las flores.
En el grabado antiguo toca el arpa
una muchacha de mil ochocientos.
El cigarrillo como que te asciende
la mano. Y una puerta se entreabre
sobre la sala silenciosa y tersa:
y más allá un huerto se presiente
o tal vez el recuerdo de un jardín.
En el espejo estás ya como ausente.
Por un instante se detiene todo
y escuchamos, absortos, lo invisible
de la noche que se abre a nuestro ensueño.
Con el café llega un país lejano.

          El tiempo nada puede.
Todas estas son cosas inmortales.



Ακολουθεί μια προσπάθεια μεταφοράς στα Ελληνικά. Είναι παράξενο, αλλά μου φάνηκε πιο δύσκολο απ' ό,τι η μετάφραση προς τα Αγγλικά. Η κοινή ρίζα των λατινικών όσο να 'ναι βοηθάει, οι σύντομες φόρμες της γλώσσας επίσης. Επίσης το ελληνικό είναι λιγότερο πιστό - με την έννοια της κυριολεξίας - στο πρωτότυπο. Προτίμησα να κρατήσω τη μουσικότητα και την αίσθηση, παρά να "σέρνομαι πίσω από το νόημα, με οποιοδήποτε τίμημα" που λέει κι ο Ουμπέρτο Έκο.

Νιώθω λιγάκι αμήχανα που το δημοσιεύω. Όταν μεταφράζω στίχους, από τη μία νιώθω περήφανη και χαρούμενη, από την άλλη ντρέπομαι, σαν να κάνω κάτι απρεπές και ανάρμοστο, κάτι απαγορευμένο, κάποια αταξία. Σα να μου φαίνεται ότι "δεν είναι για μένα αυτά". Τέλος πάντων μην σας κουράζω άλλο με τα ψυχοβγαλτικά μου. Δείτε το ποίημα και βγάλτε μόνοι σας συμπέρασμα αν είναι αυτά για μένα ή δεν είναι.



ΕΝΤΟΣ

Τα μάτια που κοιτάζονται
μέσ’ απ’ τους σπιτικούς αγγέλους
του αχνού της σούπας.
Στη λαμπερή μποτίλια τραγουδά
το αηδόνι του κρασιού.

Αστράφτει, κουδουνίζει το ορατό
στα φρούτα, το ρολόι, την πορσελάνη.
Το ψωμί απλώνει το σταρένιο χέρι του
στο τραπέζι. Τα λουλούδια.
Στο παλιό κάδρο παίζει άρπα
μια κοπέλα του περασμένου αιώνα.
Το τσιγάρο σαν ν' ανασηκώνει
στο χέρι σου. Μια πόρτα μισανοίγει
στη σιωπηλή, λουστραρισμένη σάλα:
πιο πέρα η αίσθηση ενός περιβολιού
ή ίσως η ανάμνηση ενός κήπου.
Στον καθρέφτη μοιάζεις κιόλας απούσα.
Για μια στιγμή όλα κοντοστέκουν
προσηλωμένοι ακούμε το αόρατο
της νύχτας μες στο ονειροπόλημά μας.
Ο καφές φέρνει μια χώρα μακρινή.

                Ο χρόνος είναι ανήμπορος.
Όλα τούτα είναι πράγματα αθάνατα.