Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Λιόσα ή Γιόσα και άλλα τινά

Ίσως προσέξατε στην ανάρτησή μου σχετικά με το Conversación en la Catedral ότι απέφυγα να μεταγράψω το όνομα του συγγραφέα. Ο λόγος ήταν ότι έχει μεταγραφεί στα ελληνικά κατά καιρούς με δύο διαφορετικούς τρόπους και δεν ήθελα να επιλέξω έναν χωρίς εξήγηση. Ιδού λοιπόν η εξήγηση που σας χρωστάω.

Πολλά χτυπήματα πληκτρολογίου έχουν δαπανηθεί γύρω από αυτό το δίλημμα: Λιόσα ή Γιόσα και γιατί; Λιόσα επειδή έτσι το μεταγράφαμε τόσα χρόνια; Γιόσα επειδή έτσι προφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος του ισπανόφωνου κόσμου; Υπάρχουν άλλα επιχειρήματα υπέρ του ενός ή του άλλου;

Όταν έκανα την πρώτη μου επαγγελματική λογοτεχνική μετάφραση από τα ισπανικά στα ελληνικά, ένα από τα πράγματα που με απασχόλησαν ιδιαίτερα ήταν η μεταγραφή των ονομάτων. Διαπίστωσα ότι υπήρχε διχογνωμία και ανομοιομορφία στη μεταγραφή των ισπανικών στα ελληνικά. Διάβασα αρκετά βιβλία σχετικά, άκουσα ηχογραφήσεις και κατέληξα σε δικά μου συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω σε χωριστή ανάρτηση. Στα πλαίσια αυτής της έρευνας, μίλησα και με την Αγγελική Αλεξοπούλου, καθηγήτρια γλωσσολογίας στο τμήμα ισπανικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ, η οποία έχει μεταφράσει ορισμένα έργα του. Από εκείνη πληροφορήθηκα ότι σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου σε κάποια συνέντευξή του, το όνομα προφέρεται "Λιόσα", διότι έτσι το πρόφεραν στην οικογένειά του και στην περιοχή καταγωγής του. Δυστυχώς δεν κατάφερα να εντοπίσω τη συνέντευξη αυτή, εντόπισα όμως μια άλλη, όπου μιλά για τους προγόνους του και ακούμε τον ίδιο να το προφέρει καθαρά "Λιόσα".

Τούτου λεχθέντος, οφείλουμε να πούμε ότι και οι δύο τρόποι μεταγραφής είναι σωστοί. 

Κατά τη μεταφορά σε μια άλλη γλώσσα, ούτως ή άλλως η προφορά χάνεται, εν μέρει τουλάχιστον. Δεν είναι απολύτως αναγκαίο να την αποδώσουμε επακριβώς. Καλό είναι ωστόσο να προσπαθήσουμε να τη μεταφέρουμε σχετικά πιστά, στο μέτρο του εφικτού. Όπως είπαμε και στην αρχή, στο μεγαλύτερο μέρος του ισπανόφωνου κόσμου έχει επικρατήσει το LL να προφέρεται "γι", όπως και το Y (το φαινόμενο αυτό ονομάζεται yeísmo). Υπάρχουν όμως ακόμη περιοχές που διατηρείται η παλιότερη προφορά "λι" (και ίσως πριν από ογδόντα χρόνια να ήταν πιο διαδεδομένη), ενώ σε άλλες περιοχές όπως η Αργεντινή και το μεγαλύτερο μέρος της Ουρουγουάης, η προφορά έχει διαφοροποιηθεί σε ελαφρύ "ζ" ή παχύ "σ". 

Ωραία όλ' αυτά, θα μου πείτε, αλλά τελικά πώς πρέπει να το μεταγράφουμε;

Προσωπικά, προτιμώ το Λιόσα, όπως το πρόφερε ο ίδιος. Εξίσου σωστό όμως είναι και το Γιόσα, αφού είναι η επικρατούσα προφορά στο Περού και στον ισπανόφωνο κόσμο γενικά. Όπως κι αν το γράψετε κι όπως κι αν το πείτε, θα σας καταλάβουν. Η επιλογή δική σας.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Ενώ πολλοί προβληματίζονται για τη μεταγραφή του Llosa, κανείς δεν φαίνεται να έχει προβληματιστεί με το Vargas, που κατ' εμέ είναι πιο προβληματικό. 

Πρώτα απ' όλα, το G στη θέση αυτή στη μέση λέξης, δεν ακούγεται ως σκληρό ΓΚ αλλά ως μαλακό Γ. Έχοντας αυτό υπόψη μας, σχετικά εύκολα μπορούμε να αλλάξουμε το Βάργκας σε Βάργας, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Ίσως να πεταρίσουν κάποια βλέφαρα, γρήγορα όμως θα το προσπεράσουν.

Τα προβλήματα αρχίζουν όταν πάμε στο V. Η προφορά του δεν έχει αντίστοιχο φθόγγο στα ελληνικά, ωστόσο ο πλησιέστερος θα ήταν το ΜΠ. Στα ισπανικά το V και το B προφέρονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: όταν είναι μεταξύ φωνηέντων προφέρονται πιο ελαφριά (πιο κοντά στο ελληνικό β) και όταν είναι στην αρχή λέξης ή μετά από m ή n προφέρονται πιο σκληρά (πιο κοντά στο δίψηφο μπ ή στο αγγλικό b). Όπερ μεθερμηνευόμενο μας οδηγεί στο Μπάργας

Η απόδοση του V ως ΜΠ ξενίζει, το καταλαβαίνω, όπως ξενίζει και η ταύτιση V και B. Έχουμε συνηθίσει να διαφέρει το V από το B κι έχουμε ταυτίσει το πρώτο με το ελληνικό βήτα και το δεύτερο με το ελληνικό δίψηφο σύμφωνο μπ. Κι όμως, υπάρχουν άλλες γλώσσες που έχουμε δεχτεί ότι δεν υπάρχει αυτή η ταύτιση. Στα γερμανικά λόγου χάρη, το V σε ορισμένες λέξεις ακούγεται σαν ελληνικό φι και το έχουμε συνηθίσει (σκεφτείτε το vater=φάτερ, verboten=φερμπότεν). Να λοιπόν μια ξένη γλώσσα στην οποία δεν θεωρούμε δεδομένη την ταύτιση του V με το βήτα. Ίσως λοιπόν δεν είναι αδύνατον να συνηθίσουμε ότι και στα ισπανικά υπάρχει μια ιδιαιτερότητα και ότι το V είναι άλλοτε β κι άλλοτε μπ.

Αντιλαμβάνομαι όμως ότι είναι αρκετά δύσκολο και τελικά μάλλον άσκοπο να επιχειρήσουμε μια τέτοια αλλαγή. Τόση καθαρολογία ως προς την προφορά δεν είναι αναγκαία. Στην τελική, τα ονόματα περνούν από μια γλώσσα σε μια άλλη και αναπόφευκτα υφίστανται αλλαγές. Ας μείνουμε λοιπόν στην διαισθητική αντιστοίχιση V=βήτα, για να μην ξενίζονται οι αναγνώστες με μεταγραφές όπως Victoria=Μπικτόρια (μεταγραφή που είχα χρησιμοποιήσει παλιότερα). Γνωρίζοντας ποια είναι η πιστότερη αντιστοίχιση, μπορούμε παρόλ' αυτά να επιλέξουμε κατά περίπτωση μια άλλη.

Πού καταλήγουμε λοιπόν, αφού λοιπόν σας έκανα το κεφάλι καζάνι;

Κατά τη γνώμη μου, η ακριβέστερη μεταγραφή είναι το Μπάργας, ένας καλός συμβιβασμός είναι το Βάργας, ωστόσο το Βάργκας έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον, έχει πρακτικά καθιερωθεί και δεν απέχει ενοχλητικά από την πραγματική προφορά, επομένως είναι ίσως προτιμότερο να μην επιχειρήσουμε να το αλλάξουμε

Μάριο Βάργκας Λιόσα λοιπόν για μένα - σπουδαίος και αγαπημένος αφηγητής, όπως κι αν τον μεταγράψουμε.


Μεταγραφή των ισπανικών στο ελληνικό αλφάβητο

 Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο φόρουμ Λεξιλογία, το 2010, με αφορμή τη μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου El hablador του Mario Vargas Llosa.


ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ

Από καιρό θέλω να ανοίξω μια συζήτηση για τη μεταγραφή των ισπανικών στα ελληνικά, γιατί μου φαίνεται απορίας άξιο πώς μια γλώσσα με τόσο σαφείς κανόνες προφοράς και με φωνήματα τόσο παραπλήσια με την ελληνική εξακολουθεί να μεταγράφεται διαφορετικά από τον κάθε μεταφραστή και συχνά τελείως λανθασμένα. Αφού κατορθώσαμε να ξεπεράσουμε αποδόσεις τόσο καθιερωμένες όσο ο Τσε Γκουεβάρα, που τον τραγουδήσαμε όλοι, και μάθαμε πια να λέμε Τσε Γκεβάρα, δε βλέπω το λόγο να μην καταφέρουμε να αποκαθιερώσουμε και άλλες (Γκερνίκα-Γκουέρνικα σημειώσατε 1). Πάμε λοιπόν:

Δεν θα σταθώ πολύ σε λεπτές φωνητικές αποχρώσεις, γιατί εδώ μας ενδιαφέρει η μεταγραφή. Όπου λοιπόν η μεταγραφή δεν παρουσιάζει πρόβλημα, την παραθέτω χωρίς εξηγήσεις και χωρίς φωνητικά σύμβολα.

Οι λέξεις που φέρουν τόνο τονίζονται εκεί που έχουν τον τόνο (εύκολο!).
Οι άτονες λέξεις που λήγουν σε -s, -n ή φωνήεν τονίζονται στην παραλήγουσα.
Οι άτονες λέξεις που λήγουν σε σύμφωνο πλην των -s, -n τονίζονται στη λήγουσα.

a, e, i, o, u = α, ε, ι, ο, ου.

f, j, k, l, m, n, p, r, s, t
 = φ, χ, κ, λ, μ, ν, π, ρ, σ, τ

h = άηχο (μόνο στην αρχή λέξης ακούγεται σαν ελαφρύ γ ή χ: huevo, αλλά στη μεταγραφή το παραλείπουμε)

ch = /tʃʼ/ (παχύ τσ) μεταγραφή τσ.

x = ξ
Εξαιρέσεις: ορισμένα κατάλοιπα παλιάς ορθογραφίας όπου είναι χ: México, Oaxaca, Quixote, Xavier = Μέχικο, Οαχάκα, Κιχότε, Χαβιέρ. Μετά από σύμφωνο συχνά προφέρεται σ (Extremadura = Εστρεμαδούρα) και παρόλο που αυτή η προφορά θεωρείται "λαϊκή" εγώ συχνά την προτιμώ.

w = γου (μόνο σε ξένες λέξεις: waterpolo, windsurfing, whisky, που θα το δείτε και güisqui).

c (συνδυασμοί ca, co, cu) = κ

z, c (συνδυασμοί ce, ci) = θ σε όλη σχεδόν την Ισπανία, σ σε Αμερική, Κανάρια Νησιά και Ανδαλουσία.

Περισσότερα για το ceceo και το seseo εδώ.

y = /ʝ/ μεταξύ φωνηέντων (μεταγραφή γι), /i/ μετά από σύμφωνο (μεταγραφή ι).

ll = /ʝ/ σχεδόν παντού (μεταγραφή γι), /ʎ/ σε λίγες περιοχές της Αμερικής και Ισπανίας (μεταγραφή λι).
Αν έχουμε αμφιβολία προτιμάμε το γι ως πιο διαδεδομένο.

Περισσότερα για το yeísmo εδώ.

Στα παραπάνω δεν λαμβάνω υπόψη μου την ιδιαιτερότητα της προφοράς της Αργεντινής (η οποία επεκτείνεται σε κάποιο βαθμό και σε Παραγουάη και Ουρουγουάγη), όπου το ll και το y προφέρονται σχεδόν σαν ζ ή σ. Προτείνω να αγνοηθεί η ιδιαιτερότητα αυτή για να μη δυσκολέψουμε τη ζωή μας περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται (αλλά αυτό το συζητάμε αν θέλετε).

q = κ (οι συνδυασμοί que, qui διαβάζονται κε, κι αντίστοιχα).

g (συνδυασμοί ge, gi) = χ μετά από ε, ι.

g (συνδυασμοί ga, go, gu, gue, gui) = /ɡ/ μετά από m, n ή ως αρχικό (μεταγραφή γ), /ɣ/ σε κάθε άλλη περίπτωση (μεταγραφή γ).
Οι συνδυασμοί gue, gui διαβάζονται γκε, γκι (γε, γι) εκτός κι αν το u φέρει διαλυτικά: güe, güi διαβάζονται γκουε, γκουι (γουε, γουι).

d = /d/ μετά από l, n ή ως αρχικό (μεταγραφή ντ), /ð̞/ σε κάθε άλλη περίπτωση (μεταγραφή δ).

b, v = /b/ μετά από m, n ή ως αρχικό (μεταγραφή μπ), /β/ σε κάθε άλλη περίπτωση (μεταγραφή β).

Μια αρκετά καλή σύνοψη θα βρείτε στο Omniglot.

Ορμώμενη από τη δημοσίευση της νέας ισπανικής ορθογραφίας ανοίγω το θέμα της μεταγραφής των ισπανικών b και v στα ελληνικά. Όλοι ανεξαιρέτως τα αποδίδουν μπ και β αντίστοιχα, Σχετικά πρόσφατα άρχισαν τουλάχιστον να τα βάζουν και τα δύο β τουλάχιστον όταν είναι μεταξύ φωνηέντων στο μέσον της λέξης, αλλά στην αρχή της λέξης φαίνεται πως δεν πάει το χέρι τους να μεταγράψουν το v σε μπ. Παρόλο που ξέρουν ότι b και v είναι ομόηχα στα ισπανικά από αμνημονεύτων χρόνων (εδώ οφείλονται τα συχνά σφάλματα των ισπανόφωνων στην ορθογραφία – σε όλα τα παιδάκια οι δάσκαλοι λένε και ξαναλένε «con be de burro, con uve de vaca», η «λάθος» ορθογραφία της λέξης barrer που διαπιστώθηκε ότι βάσει ετυμολογίας θα έπρεπε να είναι varrer αλλά ήταν αργά πια για να ξεσυνηθίσουνε, η αμερικανική ονομασία "be bajo" - δηλαδή "χαμηλό μπε" - για το γράμμα v), ενώ μεταγράφουν το b σε μπ, για κάποιο λόγο το ομόηχό του v αδυνατούν να το "δουν" ως μπ.

Ενώ λοιπόν για τα g και d μοιάζει να αρχίζει να γίνεται κατανοητή η διαφοροποίηση της προφοράς ανάλογα με τη θέση του γράμματος μέσα στη λέξη και η κατανόηση αυτή να αντικατοπτρίζεται στη μεταγραφή, για το b και το v εξακολουθεί να επικρατεί σύγχιση. Δεν ξέρω αν είναι η επιρροή της λατινικής ή της αγγλικής ή κάτι άλλο, αλλά δεν έχει σημασία αυτό: σημασία έχει να το αλλάξουμε. Όπως συνηθίσαμε π.χ. ότι στα γερμανικά το v ειναι φ και λέμε φον Κάραγιαν και δεν παραξενεύεται κανείς, έτσι θα συνηθίσουμε ότι στα ισπανικά είναι μπ. Θα ξυνίσουμε λιγάκι στην αρχή, θα ακουστούν αστειάκια, θα γκρινιάξουν επιμελητές κι εκδότες, αλλά με τον καιρό θα το πάρουμε απόφαση.

Αρκεί να μην το παρα-αργήσουμε, και στο αναμεταξύ αλλάξει προφορά!

Διαφοροποιήσεις στη μεταγραφή των ισπανικών παρατηρούνται συχνά, και όχι μόνο σε ό,τι αφορά το b και το v. Καθένας μοιάζει να ακολουθεί τον κανόνα «όπως μου ακούγεται καλύτερα» που εν τέλει σημαίνει «όπως το άκουσα εγώ πιο πολλές φορές» ή «όπως το έλεγε η γιαγιά μου» και άλλα τέτοια δόκιμα. Θεωρώ ότι χρειάζεται να ξεφύγουμε από αυτό το κριτήριο, γιατί προφανώς καθενός η γιαγιά αλλιώς θα το έλεγε και καθένας αλλού θα τα έμαθε τα ισπανικά του και άλλες προσλαμβάνουσες θα έχει. Καλό θα ήταν λοιπόν να στρωθούμε όλοι όσοι ασχολούμαστε με τα ισπανικά, να βάλουμε κάτω και τα εγχειρίδια φωνητικής και φωνολογίας και ό,τι άλλες πηγές έχουμε, και να καταλήξουμε σε ένα consensus, με χαρακτήρα βεβαίως προτρεπτικό και όχι υποχρεωτικό.

Εγώ βασίστηκα στα εξής βιβλία:
1. Ισπανο-ελληνικό λεξικό, Μέδουσα-Σέλας 1993
2. Collins Spanish Dictionary, sixth edition 2000
3. Manual de pronunciación española, Tomás Navarro Tomás, Consejo Superior de Investigaciones Científicas, Instituto “Miguel de Cervantes”, Publicaciones de la Revista de Filología Española, 19ª edición, Madrid 1977
4. Elementos de fonética general, Samuel Gili Gaya, Biblioteca Románica Hispánica, editorial Gredos, 15ª edición, Madrid 1978
5. Los sonidos del lenguaje, Juana Gil Fernandez, editorial Síntesis
6. Fonética para aprender español: Pronunciación, Dolors Poch Olivé, editorial Edinumen, 1999
7. El comentario fonológico y fonético de textos, Antonio Quilis, editorial Arco-Libros 1991
8. Marina Nespor, Φωνολογία, εκδόσεις Πατάκης 1993
(δυστυχώς δεν έχω το καινούριο μεγάλο λεξικό του Pedro Olalla - ακόμη).

Επίσης άντλησα από προσωπικές παρατηρήσεις και ακούσματα (άκουσα ηχογραφήσεις φυσικών ομιλητών), από συζητήσεις με συναδέλφους (μεταξύ άλλων με την πολύ καλή μεταφράστρια, γλωσσολόγο και λέκτορα του πανεπιστημίου Αθηνών Αγγελική Αλεξοπούλου, με την οποία συμφωνούμε σε πολλά και διαφωνούμε στην προφορά των b και v – επηρεασμένη ίσως από το γεγονός ότοι έχει μεγαλώσει στην Αργεντινή και έχει άλλες παραστάσεις) και από την αγαπητή Wikipedia για τους συνδέσμους περί yeísmo και ceceo και για τα φωνητικά σύμβολα που copypasteάρισα στην αρχική ανάρτηση.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Παιδικό βιβλίο και μετάφραση

Φωτογραφίες και βίντεο από το πρώτο πάνελ της εκδήλωσης της ΠΕΕΜΠΙΠ "Παιδικό βιβλίο και μετάφραση" όπου συμμετείχα μαζί με τη Βιολέττα Ζεύκη και τη Δαρεία Τζαννετάκη, στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, στις 4 Νοεμβρίου 2018.

Το βίντεο είναι της Bookia  και στον σύνδεσμο θα βρείτε ολόκληρο το βίντεο της ημέρας εκείνης καθώς και τα βίντεο από όλες τις εκδηλώσεις του Μήνα της Μετάφρασης.



Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Η μετάφραση παιδικών βιβλίων στο επίκεντρο

Το άρθρο αυτό της Ζωής Κοσκινίδου δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Αλεπούδα στις 5-11-18.



 
Σε μια σχεδόν γεμάτη από κόσμο αίθουσα πραγματοποιήθηκε χθες το απόγευμα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων η τέταρτη συνάντηση/ομιλία που εντάσσεται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τον Μήνα Μετάφρασης. Καλεσμένοι ήταν μεταφραστές, συγγραφείς, εκδότες αλλά και εκπρόσωποι λογοτεχνικών πρακτορείων και βασικό θέμα συζήτησης το παιδικό βιβλίο.
Η αρχή έγινε με τις μεταφράστριες Δαρεία ΤζανετάκηΒιολέττα Ζεύκη και Τατιάνα Ραπακούλια, οι οποίες μίλησαν για τις δυσκολίες της μετάφρασης λογοτεχνικού κειμένου για παιδιά, αλλά και για τα βιβλία γνώσεων. Και οι τρεις αναφέρθηκαν στο θέμα της ευκολίας της απλοποίησης και το πώς προσπαθούν στις μεταφράσεις τους να χρησιμοποιούν και «δύσκολες» λέξεις, ώστε να βάζουν τους νεαρούς αναγνώστες στη διαδικασία να μαθαίνουν νέες λέξεις, να χρησιμοποιήσουν λεξικό, ενώ παράλληλα να διαβάζουν ένα κείμενο που είναι γραμμένο σε σύγχρονη γλώσσα με λέξεις που τους αφορούν. Στο θέμα του Δον Κιχώτη, ένα έργο της κλασικής λογοτεχνίας που έχει μεταφράσει για παιδιά η κ. Ραπακούλια, τονίστηκε η ανάγκη η μετάφραση να είναι τέτοια που να μην ξενίσει μεν τον μικρό σε ηλικία αναγνώστη, αλλά να προλειάνει το έδαφος για την ημέρα που θα πιάσει στα χέρια του να διαβάσει την αυθεντική μετάφραση του έργου του Θερβάντες, που απευθύνεται σε ενήλικες. Δυσκολία, σύμφωνα με την κ. Ζεύκη, συναντάται και στον έμμετρο λόγο και στους γρίφους, όπου εκεί ο μεταφραστής πρέπει να είναι εξαιρετικά ευρηματικός, όπως και στα βιβλία γνώσεων, για τα οποία η κ. Ραπακούλια τόνισε πως θεωρούμε λόγω ηλικίας του αναγνώστη ότι θα πρέπει να είναι απλοϊκά γραμμένα, όμως το βιβλίο γνώσης απαιτεί επιστημονική ακρίβεια κι αυτό γιατί τα βιβλία αυτά αποτελούν την πρώτη επαφή των παιδιών με τη γνώση. Τα βιβλία γνώσεων έχουν και τη δυσκολία ότι η μετάφραση δεν μπορεί να πλατειάσει και να είναι επεξηγηματική, μιας και το έργο του μεταφραστή οριοθετείται από την εικονογράφηση, ενώ παράλληλα τα κείμενα θα πρέπει να επικαιροποιούνται λόγω νέων επιστημονικών δεδομένων. Η κ. Ζευκή στο κλείσιμο της συζήτησης ανέφερε ότι τα μεγαλύτερα λάθη στη μετάφραση γίνονται γιατί οι ίδιοι οι μεταφραστές δεν έχουν υποπτευθεί ότι έχουν κάνει λάθος, κάτι που απαιτεί από τη μεριά του μεταφραστή να συμβουλευτεί γνώστες του αντικειμένου πάνω στο οποίο εργάζεται για να λάβει τη σωστή πληροφορία.
 
Από το δεύτερο πάνελ, με την Αργυρώ Πιπίνη, την Κώστια Κοντολέων και τον Αντώνη Παπαθεοδούλου, με την Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη στον συντονισμό
Είναι δύσκολο έργο η μετάφραση, πώς μπορεί να αποδοθεί καλύτερα το κείμενο, έχει δικαίωμα ο μεταφραστής να επέμβει στο κείμενο και μέχρι ποιο σημείο; Η συγγραφέας/μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, η οποία μεταξύ άλλων έχει αναλάβει τις μεταφράσεις των έργων του Phillip Pullman στα ελληνικά, μίλησε, στο πλαίσιο του δεύτερου πάνελ, για τη δυσκολία που υπάρχει στο έργο των μεταφραστών και το πόσο χρονοβόρα διαδικασία είναι η μετάφραση. Έκανε λόγο για το πώς πρέπει να προσαρμόσεις το κείμενο στη γλώσσα σου, χωρίς όμως να «σκονταύτει» πουθενά και να μπορείς να έχεις το ταλέντο να μεταφέρεις αυτούσια – αν είναι δυνατόν – την ατμόσφαιρα όπως την έπλασε ο συγγραφέας στο πρωτότυπο έργο του. Ειδικά για τα παιδικά βιβλία, αναφέρθηκε από όλους τους συμμετέχοντες η ανάγκη να πάψουν (σ.σ. τα βιβλία) να είναι απλοϊκά μεταφρασμένα. Οι μεταφραστές, είπε η κ. Κοντολέων, θα πρέπει να μοχθήσουν για να μεταφράσουν.
Η Αργυρώ Πιπίνη, μεταφράστρια και συγγραφέας και η ίδια, στην ερώτηση «τι (σ.σ. εργαλεία) χρειάζεται ένας μεταφραστής» απάντησε «να είναι πολίτης του κόσμου», πράγμα που σημαίνει πως δεν αρκεί απλώς το να ξέρεις μία ή δύο ή πολλές ξένες γλώσσες για να μπορέσεις να μεταφράσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο, αλλά θα πρέπει να είσαι έτοιμος να αναζητήσεις και να μάθεις και τις ντοπιολαλιές , τις επιστημονικές ονομασίες ζώων ή φυτών, τα τοπωνύμια, να γνωρίζεις από μουσική, θεάτρο, κινηματογράφο κ.ά. Τόνισε και η ίδια την ανάγκη το κείμενο που μεταφράζει κάποιος να πρέπει να διατηρεί τον αρχικό ρυθμό, αυτόν που έχει δώσει εξαρχής ο συγγραφέας του, ενώ έκλεισε την τοποθέτησή της πάνω στο θέμα λέγοντας πως οι μεταφραστές δεν έχουν το δικαίωμα να καταστρέφουν το κείμενο που έχουν αναλάβει να δουλέψουν.
Πάνω στο συγκεκριμένο θέμα τοποθετήθηκε και ο Αντώνης Παπαθεοδούλου, συγγραφέας παιδικών βιβλίων αλλά και μεταφραστής βραχείας φόρμας κειμένων, ο οποίος μίλησε για το θέμα της ευθύνης που έχουν οι μεταφραστές παιδικών βιβλίων και την ανάγκη να σκέφτονται πρώτα από όλα το κοινό στο οποίο απευθύνονται και την αγάπη που πρέπει να έχει κάποιος όχι μόνο για τη δουλειά του, αλλά και για τα ίδια τα παιδιά. Ο κ. Παπαθεοδούλου μίλησε και για τις διασκευές μεγάλων κλασικών έργων, καθώς είναι ο καθ’ ύλην αρμόδιος, μιας και είναι ένας από τους δημιουργούς της πολύ επιτυχημένης σειράς Ταξίδια με τη φαντασία του Ιουλίου Βερν (εκδ. Παπαδόπουλος). Η σειρά αυτή ξεκίνησε από τη δική του ανάγκη να πει μια ιστορία και την προσπάθειά του να διαβάσει το αυθεντικό κείμενο σαν παιδί και κρατώντας μόνο ό,τι του κάνει εντύπωση. Η διασκευή για εκείνον σημαίνει πως πρέπει να πετάξεις πολλά πράγματα, αλλά και να έχεις στο μυαλό σου τι ιστορία θες εσύ να πεις στο παιδί-αναγνώστη. Πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, η κ. Πιπίνη, που επίσης έχει ασχοληθεί με τις διασκευές κλασικών έργων, είπε ότι τα παιδιά σήμερα είναι μαθημένα να διαβάζουν μόνο τα γεγονότα και την περιπέτεια κι όχι την περιγραφή, τη λεπτομέρεια. Ετσι, οι περισσότερες διασκευές είναι εστιασμένες στη δράση και χάνουν την ποιητικότητα του αρχικού κειμένου, όπως πχ συμβαίνει στις διασκευές των έργων του Σεξπηρ. «Ξεχνάμε, είπε η κ. Πιπίνη, εμείς οι μεταφραστές/διασκευαστές ότι ο Σέξπηρ ήταν θεατρικός συγγραφέας, ότι η γλώσσα που χρησιμοποιουσε ήταν «ζωντανή» και διαμόρφωσε κατά μία έννοια τα σημερινά Αγγλικά«.
Σε παρέμβασή του, πάντως, ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων, που ήταν παρών στο κοινό, μίλησε για την ευθύνη που έχουν οι μεταφραστές πρωτίστως στο κείμενο και μετά στο κοινό τους. Στην ερώτηση της συντονίστριας του πάνελ, που ανέλαβε μετά την απουσία – λόγω προσωπικού κωλύματος – της κ. Μαρίζας Ντεκάστρο η μεταφράστρια Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, για το «πόσα λέμε και μέχρι που φτάνουμε σε μια διασκευή«, η απάντηση όλων ήταν πως στο εξωτερικό οι συγγραφείς και οι εκδότες τολμούν πολύ περισσότερο από ό,τι στην Ελλάδα. Ο κ. Παπαθεοδούλου παραδέχτηκε πως ένας από τους λόγους που οι διασκευές είναι τόσο επιτυχημένες είναι ότι τις θέλουν και οι εκδότες, αλλά και οι γονείς, άρα μπαίνει και το εμπορικό κομμάτι στη μέση, και ότι φυσικά οι διασκευές γίνονται σε έργα που δεν έχουν πλέον δικαιώματα (royalty free), ενώ η κ. Πιπίνη έθιξε και το θέμα του brand name του συγγραφέα που λειτουργεί σαν κράχτης στο κοινό.
Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε δυο-τρία πράγματα που ειπώθηκαν στο τρίτο πάνελ, με συμμετέχοντες δύο εκδότες, την κ. Χριστίνα Παπαδοπούλου (εκδ. Παπαδόπουλος) και τον κ. Περικλή Δουβίτσα (εκδ. Νεφέλη), όπως και από την agent λογοτεχνίας Αυγή Δαφερέρα (Ersilia Literary Agency), ότι το ελληνικό παιδικό βιβλίο έρχεται από μια μικρή χώρα και η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο μιλιέται από ένα πολύ μικρό ποσοστό κατοίκων του πλανήτη, κάτι που από μόνο του κάνει πιο δύσκολη την έξοδό του στη δύσκολη ευρωπαϊκή και αμερικάνικη αγορά. Παρόλα αυτά, αρκετά ελληνικά παιδικά βιβλία έχουν βρει μεταφραστές κι έχουν κυκλοφορήσει στην αγορά της Ασίας. Παράλληλα, ειπώθηκε πως η κυκλοφορία όχι μόνο ελληνικών, αλλά και γαλλικών, γερμανικών ή ιταλικών βιβλίων είναι δύσκολο να περάσουν τον Ατλαντικό και να βρεθούν μεταφρασμένα σε ράφια αμερικάνικων βιβλιοπωλείων, όχι τόσο λόγω της δυσκολίας της γλώσσας και της εύρεσης ταλαντούχου μεταφραστή, αλλά λόγω του πολυεπίπεδου χαρακτήρα των κειμένων τους, κάτι που φαίνεται να δυσκολεύει τους αμερικανούς αναγνώστες.
Οι εκδηλώσεις του Μήνα Μετάφρασης, που διοργανώνονται από την Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Μεταφραστών Πτυχιούχων του Ιονίου Πανεπιστημίου (ΠΕΕΜΠΙΠ) σε συνεργασία με την Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύσουσα Βιβλίου 2018 ολοκληρώνονται στις 18 Νοεμβρίου, με την πέμπτη συνάντηση που θα έχει θέμα «Φεμινισμός και μετάφραση«.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Συνέντευξη: Μεταφράζοντας για παιδιά

Συνέντευξή μου στο blog του μεταφραστικού γραφείου Your Translator, με το οποίο συνεργάζομαι. Ευχαριστώ πολύ τη Ντίνα Τυροβολά, την Αλίκη Αναγνώστη και τη Μαρίνα Σπανού για τη συνεργασία μας και για αυτή την ευκαιρία.


Μεταφράζοντας για παιδιά: συνέντευξη με την Τατιάνα Ραπακούλια και την Μαριάννα Χάλαρη

Οι μεταφράστριες Τατιάνα Ραπακούλια και Μαριάννα Χάλαρη έχουν ένα ενδιαφέρον και…πρωτότυπο κοινό στοιχείο: τις μεταφράσεις παιδικών βιβλίων για δεινόσαυρους! Το Yourtranslator τις ρώτησε για την εμπειρία τους από τη μετάφραση βιβλίων για παιδιά και τους ζήτησε να μοιραστούν τις γνώσεις τους για τον κλάδο.
 
Θα θέλαμε να μάθουμε για τις σπουδές και τα ενδιαφέροντά σας και τι σας έκανε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση. 
 
Τ.Ρ.: Αγάπησα τη μετάφραση από παιδί, όταν η αδελφή μου μού διάβασε τον “Άρχοντα των δαχτυλιδιών” μεταφράζοντας από τα αγγλικά, διότι δεν είχε μεταφραστεί ακόμη τότε στα ελληνικά. Μου άρεσε τόσο που σκέφτηκα ότι θα ήθελα να το μεταφράσω εγώ, μάλιστα έκανα και μια απόπειρα, με τα λίγα αγγλικά που ήξερα τότε. Αργότερα σπούδασα βιολογία, μια επιστήμη που αγαπούσα επίσης από παιδί, αλλά δεν ξέχασα το ενδιαφέρον μου για τη μετάφραση.

Μαριάννα Χάλαρη
Μ.Χ.: Νομίζω ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην επιλογή μου να ασχοληθώ με τη μετάφραση έπαιξε η ίδια η σύσταση της οικογένειάς μου: μεγάλωσα με Γερμανίδα μητέρα και Έλληνα πατέρα. Πάντοτε ένιωθα λοιπόν την ανάγκη να «γεφυρώσω» τις δύο γλώσσες, αν και αυτό δεν ήταν εξαρχής φανερό, ούτε σε εμένα την ίδια.
 
Μετά από σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας και επειδή θεωρούσα ότι μάλλον δεν θα γινόμουν ποτέ καλή εκπαιδευτικός, έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα αν θέλω να εξειδικευτώ στον τομέα μου ή αν προτιμώ να βάλω και τα γερμανικά στο παιχνίδι, δεδομένου ότι ποτέ δεν σταμάτησα να ενδιαφέρομαι και για τη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Έτσι, αποφάσισα να φοιτήσω στο ΕΚΕΜΕΛ (το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει πια) και ολοκλήρωσα τον διετή κύκλο σπουδών, δουλεύοντας παράλληλα σε βιβλιοπωλείο.
 
 
Μετά από μερικά χρόνια, κι ενώ το ενδιαφέρον μου για την ενασχόληση με τη λογοτεχνική μετάφραση παρέμενε αμείωτο, ξεκίνησα μεταπτυχιακές σπουδές Μετάφρασης και Μεταφρασεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακολουθώντας τη γερμανική κατεύθυνση.
 
Κάπου είχα διαβάσει ότι οι μεταφραστές εκ των πραγμάτων γίνονται ειδικοί σε πλήθος επιστημονικών τομέων, ακόμη κι αν αυτό ισχύει μόνο για μικρό χρονικό διάστημα (πολλές φορές και για λίγες ώρες), μέχρι δηλαδή να ολοκληρωθεί ένα έργο. Και μπορώ να το επιβεβαιώσω!
Ποια η σχέση σας με τη μετάφραση επιστημονικών κειμένων και βιβλίων συγκεκριμένα;

Τ.Ρ.: Ξεκίνησα να μεταφράζω ερασιτεχνικά κάποια κείμενα για ιδιωτική χρήση, ενώ πολλές φορές χρειάστηκε να μεταφράσω επιστημονικά και τεχνικά κείμενα στη δουλειά μου ως βιολόγος. Μια συνάδελφος με σύστησε στις εκδόσεις Σαββάλα όπου μετέφρασα πολλά βιβλία γνώσεων από τα αγγλικά και μια άλλη συνάδελφος με σύστησε στις εκδόσεις Susaeta, με τις οποίες συνεργάζομαι μέχρι και σήμερα στη μετάφραση παιδικών βιβλίων από τα ισπανικά.
Μεταξύ άλλων, έτυχε να μεταφράσω πάρα πολλά βιβλία με θέμα τους δεινόσαυρους, μια ευτυχής συγκυρία καθώς από όλο το ζωικό βασίλειο τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία στα ερπετά.

Συνεργάστηκα με διάφορους εκδότες, όχι μόνο για βιβλία γνώσεων αλλά και για λογοτεχνικά, καθώς η λογοτεχνία είναι η μεγάλη μου αγάπη. Σταδιακά η μετάφραση από περιστασιακή ενασχόληση κατέληξε να γίνει το κύριο επάγγελμά μου.

Μ.Χ.: Αν εξαιρέσει κανείς τη μετάφραση ενός παιδαγωγικού οδηγού, δεν έχω εμπειρία από κείμενα αυστηρά επιστημονικού ή τεχνικού χαρακτήρα. Έχω βρεθεί, ωστόσο, πολλές φορές αντιμέτωπη με κείμενα που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο με οδηγούσαν στην αναζήτηση συγκεκριμένων πληροφοριών επιστημονικού ενδιαφέροντος. Κάπου είχα διαβάσει ότι οι μεταφραστές εκ των πραγμάτων γίνονται ειδικοί σε πλήθος επιστημονικούς τομείς, ακόμη κι αν αυτό ισχύει μόνο για μικρό χρονικό διάστημα (πολλές φορές και για λίγες ώρες), μέχρι δηλαδή να ολοκληρωθεί ένα έργο. Και μπορώ να το επιβεβαιώσω!
 
Έχετε μεταφράσει παιδικά βιβλία γνώσεων. Τι σας δυσκόλεψε στη μετάφραση; Τι πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη όταν απευθύνεται σε παιδικό κοινό; 
 
Μ.Χ.: Κατ’ αρχάς η ίδια η ορολογία είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στη μετάφραση τέτοιου είδους κειμένων. Πρέπει να βρεθεί η ακριβής αντιστοιχία στη γλώσσα-στόχο, κάτι που συχνά δεν λύνεται με μια απλή αναζήτηση στο λεξικό. Ευτυχώς όμως, χάρη και στο διαδίκτυο, υπάρχουν τρόποι να καταλήξει κανείς στην καλύτερη δυνατή επιλογή, η οποία φυσικά είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας φιλτραρίσματος και συχνά μεγάλων πονοκεφάλων για τον μεταφραστή ή τη μεταφράστρια. Είναι όμως και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και διευρύνει τις γνώσεις και τον ίδιο τον τρόπο σκέψης μας.
 
Τ.Ρ.: Μια άγνωστη δυσκολία στα περισσότερα παιδικά βιβλία γνώσεων είναι ο περιορισμός του χώρου. Τα βιβλία έχουν εικόνες και συγκεκριμένα πλαίσια όπου πρέπει να χωρέσει το κείμενο. Η ελληνική μετάφραση από τα αγγλικά (και σε μικρότερο βαθμό από τα ισπανικά) καταλαμβάνει συνήθως περισσότερο χώρο, επομένως είναι πρόκληση να πετύχεις να αποδώσεις το νόημα με λιγότερες λέξεις, χωρίς να παραλείψεις τίποτε ουσιαστικό.
Στα βιβλία γνώσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό χρειάζεται προσοχή και ακρίβεια, όπως και στα επιστημονικά. Δεν πρέπει να μας παρασύρει το γεγονός ότι είναι εκλαϊκευμένα ή απευθύνονται σε νεαρό κοινό. Οφείλουμε πάντα σεβασμό στον αναγνώστη, ιδίως στα παιδιά, που έχουν την πρώτη τους επαφή με την επιστήμη μέσα από τα βιβλία αυτά. Όμως πολλές φορές χρειάζονται προσαρμογές, λόγου χάρη σε ετυμολογικές αναφορές, όπου αντικαθιστώ π.χ. την ετυμολογία της λέξης universe με αυτήν της λέξης σύμπαν, ή σε λέξεις που δεν έχουν ακριβή αντιστοιχία στα ελληνικά ή που το ελληνικό τους αντίστοιχο δεν είναι τόσο κοινό και οικείο.
Επίσης, ορισμένες φορές προτείνω να αντικατασταθούν ορισμένα παραδείγματα που δίνονται με άλλα, πιο οικεία στην ελληνική πραγματικότητα, λόγου χάρη να μπει μια αναφορά στο ηφαίστειο της Σαντορίνης αντί για το Τέιδε της Ισπανίας. Τυχαίνει ακόμη και να χρειαστεί να κάνω πραγματολογικές διορθώσεις στο κείμενο, είτε γιατί έχει κάποια παροράματα είτε γιατί υπάρχουν πιο σύγχρονα δεδομένα. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και κατά την επιμέλεια, διότι οι επιμελητές κειμένου συνήθως είναι φιλόλογοι και δεν έχουν επιστημονικές γνώσεις. Κάποιες εκδόσεις έχουν επιστημονικό επιμελητή, άλλες όμως όχι.
Δεν πρέπει όμως να παραμελούμε και τη γλαφυρότητα, πάντα στα πλαίσια της ακρίβειας. Ακόμη και η πιο ενδιαφέρουσα πληροφορία χάνεται με μια αδέξια διατύπωση, ενώ αναδεικνύεται αν παρουσιαστεί ελκυστικά.
 
Στα βιβλία γνώσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό χρειάζεται προσοχή και ακρίβεια, όπως και στα επιστημονικά. Δεν πρέπει να μας παρασύρει το γεγονός ότι είναι εκλαϊκευμένα ή απευθύνονται σε νεαρό κοινό.
Μ.Χ.: Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Όταν λοιπόν μεταφράζει κανείς βιβλία γνώσεων και δραστηριοτήτων, θα πρέπει να λάβει υπόψη του σε ποια ηλικιακή ομάδα απευθύνεται το βιβλίο, έτσι ώστε να μη γίνει ακατόρθωτη ή, αντιθέτως, πολύ βαρετή η ενασχόληση του παιδιού με αυτό. Κάτι που ισχύει γενικότερα για τη μετάφραση παιδικής λογοτεχνίας είναι ότι συχνά πρέπει να βρεθεί τρόπος να αποδοθούν λογοπαίγνια ή παρηχήσεις και κάθε είδους σχήματα λόγου, που εξυπηρετούν πρωτίστως την ανάγκη να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του παιδιού και να παρακινηθεί έτσι να ανακαλύψει καινούργια πράγματα. Ακόμη και η απόδοση των ονομάτων των χαρακτήρων ενός βιβλίου μπορεί να γίνει σπαζοκεφαλιά – για να μη μιλήσω και για τους ίδιους τους τίτλους! Ταυτόχρονα, ωστόσο, είναι και μια άκρως απολαυστική διαδικασία από την οποία μόνο κερδισμένος μπορείς να βγεις.
 
Μιλήστε μας για τον κλάδο, τα κριτήρια επιλογής των βιβλίων που θα μεταφραστούν, τη διαδικασία μετάφρασης, επιμέλειας και έκδοσης, όπως την ζήσατε.
 
Τ.Ρ.:  Απ’ όσο ξέρω, τα βιβλία επιλέγονται από τους εκδότες, με δικά τους κριτήρια. Η εμπορικότητα σίγουρα παίζει ρόλο, αλλά κάθε εκδότης έχει διαφορετική πολιτική στο θέμα. Ορισμένοι εκδίδουν κάποια πολύ εμπορικά βιβλία ενώ παράλληλα εκδίδουν και άλλα, λιγότερο εμπορικά, με περισσότερο ποιοτικά κριτήρια. Στη δική μου εμπειρία, στον μεταφραστή απλώς προτείνεται μια δουλειά και την αναλαμβάνει ή όχι, ανάλογα με τον διαθέσιμο χρόνο και τα ενδιαφέροντά του. Ενδεχομένως αν κάποιος έχει στενή σχέση με έναν εκδότη και του προτείνει ένα βιβλίο, να γίνει δεκτό, αλλά δεν είναι μια διαδικασία που ακολουθείται συνήθως.
 
Μ.Χ.: Τεράστιο ρόλο στη διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου παίζει η συνεργασία του μεταφραστή με τους υπόλοιπους συντελεστές της έκδοσης, όπως είναι η επιμελήτρια, η υπεύθυνη της έκδοσης ή και ο ίδιος ο εκδότης, αν πρόκειται για σχετικά μικρό εκδοτικό οίκο. Πρόσφατα είχα μάλιστα τη χαρά να συνεργαστώ και με τον ίδιο τον συγγραφέα ενός μυθιστορήματος που μετέφρασα, γεγονός που με διευκόλυνε σε όχι λίγες περιπτώσεις και με δίδαξε αφάνταστα πολλά πράγματα.
Τα κριτήρια επιλογής των προς μετάφραση βιβλίων εξαρτώνται, φαντάζομαι, σε μεγάλο βαθμό από το εκδοτικό πρόγραμμα και τη φιλοσοφία του κάθε εκδοτικού οίκου. Άλλος μπορεί να δίνει βάρος στην εμπορικότητα και την επιτυχία του πρωτότυπου στο εξωτερικό, άλλος να ενδιαφέρεται πρωτίστως να εκδώσει κάτι καινοτόμο και ιδιαίτερο και άλλος να ψάχνει τη χρυσή τομή. Υπάρχει πολυφωνία στον χώρο – ευτυχώς!
 
Ποια η πρόσληψη από το ελληνικό κοινό (μεταφρασμένων) επιστημονικών βιβλίων (για παιδιά); Πώς βλέπετε το μέλλον στο χώρο αυτό;
 
Μ.Χ.: Χωρίς να έχω υπόψη μου στατιστικές ή συγκεκριμένα στοιχεία, νομίζω ότι η μετάφραση παιδικού βιβλίου είναι ένας κλάδος σε διαρκή κινητικότητα, αν κρίνει κανείς εμπειρικά από την πληθώρα νέων εκδόσεων στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων ή στις κριτικές βιβλίων σε εφημερίδες και περιοδικά. Τον πρώτο λόγο ως προς την πρόσληψή τους έχουν δικαιωματικά τα παιδιά, οπότε ασφαλή συμπεράσματα θα μπορούσε κανείς να βγάλει με μια έρευνα π.χ. σε σχολεία ή σε σχετικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται από ολοένα και περισσότερα βιβλιοπωλεία ή και άλλους φορείς.
 
Τ.Ρ.: Το παιδικό βιβλίο γνώσεων στην Ελλάδα κινείται πολύ, ιδίως αυτό που απευθύνεται σε μικρές ηλικίες, δημοτικού ή προσχολικές. Τα βιβλία αυτά είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία μεταφρασμένα. Τις τελευταίες δεκαετίες ο τομέας αυτός έχει αναπτυχθεί πάρα πολύ και τα βιβλία είναι καλοσχεδιασμένα και ελκυστικά. Ο χώρος αυτός έχει σταθερό κοινό και πιστεύω ότι θα συνεχίσει να κινείται, καθώς τα βιβλία αυτά θεωρούνται καλή επιλογή για δώρο και έχουν προσιτές τιμές.
Τα τελευταία χρόνια η αγορά του βιβλίου γνώσεων και εκλαϊκευμένης επιστήμης για ενήλικες δυστυχώς τείνει να περιοριστεί. Το είδος αυτό πάντα είχε σχετικά μικρότερο κοινό, αλλά η οικονομική κρίση έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο την κίνηση των βιβλίων αυτών, με αποτέλεσμα κάποιοι εκδότες να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα. Οι αμοιβές των μεταφραστών πολλές φορές πέφτουν σε επίπεδα δυσανάλογα χαμηλά σε σχέση με την ποιότητα της εργασίας που απαιτούν τα βιβλία αυτά, με αποτέλεσμα όσοι τα αναλαμβάνουν να το κάνουν περισσότερο από αγάπη για το αντικείμενο παρά για το κέρδος. Το καθαρά επιστημονικό βιβλίο, από την άλλη, έχει πολύ περιορισμένο αλλά και πολύ συγκεκριμένο κοινό, διότι απευθύνεται μόνο στους ειδικούς ενός κλάδου ή σε φοιτητές. Αυτή η αγορά είναι μικρή, αλλά σταθερή.
 
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο από αυτά που μεταφράσατε και γιατί;
 
Τ.Ρ.: Μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω ένα, γιατί κάθε βιβλίο έχει την ιδιαιτερότητα και τη χάρη του. Από βιβλία γνώσεων αγαπημένα μου είναι το Η σεξουαλικότητα στην εφηβεία (εκδόσεις Σαββάλα) και Ερωτήσεις και απαντήσεις για την σεξουαλικότητα (εκδόσεις Susaeta). Παρουσιάζουν τη σεξουαλικότητα σε όλες της τις διαστάσεις, με όμορφο και ελκυστικό τρόπο, κατάλληλο για τις αντίστοιχες ηλικίες. Η σεξουαλικότητα στην ελληνική κοινωνία εξακολουθεί δυστυχώς να είναι δαιμονοποιημένη σε μεγάλο βαθμό, γι’ αυτό τέτοια βιβλία είναι σημαντικά και πολύτιμα.
Ιδιαίτερη αδυναμία έχω στο Δεινόσαυροι: το πλήρες βιβλίο του Steve Parker από τις εκδόσεις Σαββάλα. Απευθύνεται σε ενήλικες και έχει πολλά στοιχεία παλαιοντολογίας. Πέρα από την έρευνα που χρειαζόταν, πολλά ονόματα οργανισμών δεν είχαν μεταφραστεί ποτέ και έπρεπε να τα μεταφράσω ή να τα μεταγράψω εγώ, επομένως έπρεπε να κατανοήσω ακριβώς την ετυμολογία τους. Για όσα δεν έβρισκα πληροφορίες απευθύνθηκα στους ίδιους τους επιστήμονες που είχαν δώσει την ονομασία, ενώ με βοήθησε και η Μαρία Δημάκη, υπεύθυνη του τμήματος χερσαίας ζωολογίας στο Μουσείο Γουλανδρή και γραμματέας της ερπετολογικής εταιρείας, της οποίας είμαι μέλος.
Τέλος το πιο αγαπημένο μου είναι Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες, του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ήταν από τα πρώτα βιβλία που διάβασα στα ισπανικά, πολύ αγαπημένο μου βιβλίο και το μόνο από τα μυθιστορήματά του που δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά, γι’ αυτό και ονειρευόμουν να το μεταφράσω εγώ. Όταν ο συγγραφέας πήρε το βραβείο Νόμπελ, πρότεινα στις εκδόσεις Καστανιώτη να το εκδώσουν, όπως κι έγινε (αργότερα τους πρότεινα και τη νουβέλα του Τα αντράκια, επίσης αμετάφραστη στα ελληνικά και από τα πιο δυνατά έργα του). Η μετάφραση αυτή ήταν στη βραχεία λίστα των βραβείων λογοτεχνικής μετάφρασης του ΕΚΕΜΕΛ εκείνη τη χρονιά.
 
Μ.Χ.: Το αγαπημένο μου από τα βιβλία που έχω μεταφράσει είναι μάλλον το μυθιστόρημα για το οποίο έκανα μια νύξη στην προηγούμενη ερώτηση, ίσως και γιατί με συντρόφεψε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και γιατί συμμετείχα πιο ενεργά στη συνολική διαδικασία. Ωστόσο, από τα λίγα παιδικά βιβλία γνώσεων και δραστηριοτήτων που έχω μεταφράσει θα επέλεγα το Ο γύρος του κόσμου σε 48 λαβύρινθους της Anna Brett, κυρίως για τα νοητά ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και για τη χαρούμενη και ευφάνταστη εικονογράφηση του Tom Woolley.