Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Ο ιστορητής - Παράρτημα (βιβλιογραφία και ευρετήριο)

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Mεταφραστικές επιλογές

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για λεξιλόγιο και παραδόσεις της φυλής Ματσιγκένγκα:

1. Pequeño diccionario machiguenga-castellano, Betty Snell, 2008 Instituto Linguïstico de Verano, Lima, Perú

2. Diccionario Asháninka Castellano, Rubén Cushimariano Romano, Richer C. Sebastian Q., versión preliminar, diciembre del 2008

3. Diccionario Quechua-Español-Quechua, Academia Mayor de la lengua Quechua, Gobierno Regional, Cuzco, Perú, 2005

4. Mitos de la cultura machigenka, parte I, Fr.Joaquín Barriales, OP, misionero dominico, revista Antisuyo, no.3, 1979, pp.163-181

5. Mitos de la cultura machigenka, parte II, Fr.Joaquín Barriales, OP, misionero dominico, revista Antisuyo, no.5, 1981, pp.11-131

6. Families of the forest: the Matsigenka Indians of the Peruvian Amazon, Allen W. Johnson, 2003, University of California Press

7. Anthropologie des sociétés amazoniennes, Université Libre de Bruxelles, Faculté des Sciences Sociales, Politiques et Economiques, Département des Sciences Sociales

8. Mitología y realidad socio-histórica en El hablador de Vargas Llosa, Rita Gnutzmann, Universidad del País Vasco, Vitoria (España)

9. Temptation of the Word: The Novels of Mario Vargas Llosa, Efraín Kristal, Vanderbilt University Press, 1998

Για τη μεταγραφή του επωνύμου Llosa σε Λιόσα (προφορά ορισμένων περιοχών του Περού):

1. Wikipedia: Yeísmo y lleísmo

2. Προσωπική επικοινωνία με Αγγελική Αλεξοπούλου (λέκτορα του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ισπανόφωνη και εξαιρετική μεταφράστρια).

Για τη μεταγραφή του επωνύμου Vargas σε Μπάργας και για τη μεταγραφή ισπανικών ονομάτων γενικά:

Omniglot - Spanish

Λεξικό Ισπανο-Ελληνικό, Μέδουσα, Αθήνα 2008

Spanish Dictionary, Collins, sixth edition, 2001

El comentario fonológico y fonético de textos, teoría y práctica, Antonio Quilis, Madrid, Arco-Libros, 1991

Manual de pronunciación española, Tomás Navarro Tomás, Consejo Superior de Investigaciones Científicas, Instituto “Miguel de Cervantes”, Publicaciones de la Revista de Filología Española, 19ª edición, Madrid 1977

Elementos de fonética general, Samuel Gili Gaya, Biblioteca Románica Hispánica, editorial Gredos, 15ª edición, Madrid 1978

Los sonidos del lenguaje, Juana Gil Fernandez, editorial Síntesis

Fonética para aprender español: Pronunciación, Dolors Poch Olivé, editorial Edinumen, 1999

Φωνολογία, Marina Nespor, εκδόσεις Πατάκης 1993

[όλα τα παραπάνω βιβλία υπάρχουν στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας, πλην του τελευταίου το οποίο υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου]

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

Το ευρετήριο είναι χωρισμένο θεματικά. Θεώρησα ότι έτσι εκτός από ευρετήριο άγνωστων λέξεων και όρων θα έχει και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει όλες τις υποσημειώσεις του βιβλίου, εμπλουτισμένες, καθώς και αρκετές επιπλέον.

Για την προφορά και τη μεταγραφή των λέξεων της γλώσσας Ματσιγκένγκα ακολούθησα τον τρόπο γραφής του Λιόσα, μεταγράφοντας σύμφωνα με τους κανόνες της ισπανικής γλώσσας. Ο τρόπος αυτός συχνά διέφερε από την γραφή που βρήκα στο λεξικό της Betty Snell (βλ. βιβλιογραφία). Όπου συμβαίνει αυτό, στο ευρετήριο δίνεται και η δεύτερη εκδοχή της λέξης.

Σε κάποιες περιπτώσεις αντικατέστησα την ισπανική λέξη του πρωτοτύπου με λέξη της γλώσσας Ματσιγκένγκα ή Κέτσουα, επειδή θεώρησα ότι ταίριαζε στο κλίμα του κειμένου. Σε άλλες περιπτώσεις αντικατέστησα τις λέξεις του πρωτοτύπου με άλλες παραπλήσιες που θεώρησα πιο οικείες στον Έλληνα αναγνώστη, για να διευκολύνω τη ροή του κειμένου.

Οι λέξεις που θεώρησα ότι εξηγούνται επαρκώς μέσα στο ίδιο το κείμενο δεν συμπεριλαμβάνονται στο ευρετήριο.

ΛΕΞΕΙΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΤΣΙΓΚΕΝΓΚΑ

γιαγοντόρο (yagontoro, στα ισπανικά carachupa avispa): Cynoches perodiano, είδος σφήκας που καταδιώκει όποιον περάσει κοντά στη φωλιά της.

γιανίρι (yaniri): Alouatta seniculus, πίθηκος μυκητής. Μεγαλόσωμος κοκκινωπός πίθηκος που βγάζει δυνατούς μυκηθμούς, εξ ου και το όνομά του (αγγλικά howler monkey: πίθηκος που ουρλιάζει, ισπανικά mono hablador = πίθηκος που μιλάει).

Γκαμαϊρόνι (Gamaironi): ο κάτω κόσμος

ιναένκα (inaenka): γυναίκα που μυρίζει αρρώστια (ina = μητέρα, γυναίκα και enkagagatsi, ienkagake = μυρίζω, μυρίζω άσχημα), προσωποποίηση της αρρώστιας

Ινκίτε (Inkite): ο επάνω κόσμος

ισερεπίτο (iserepito): φυλαχτό.

ιτόνι (itoni): είδος κακοποιού πνεύματος

Καμαβιρία (Kamabiría): ποταμός του κάτω κόσμου

καμαγάρινι (kamagárini και kamagarini): κακοποιό πνεύμα

κασιβαρενίνι (kashibarenini): είδος κακοποιού πνεύματος

κατσιβορέρινε (kachiborérine): κομήτης

κενκιτσατατσιρίρα (kenkitsatatsirira): ο άνθρωπος που αφηγείται ιστορίες, ο ιστορητής.

κιεντιβάκορι (kentivákori και kientivakori): ο δημιουργός κάθε κακού

κιριγκέτι (kirigueti και kirigeti): Tripsurus cruentatus, είδος δρυοκολάπτη

κογαπακόρι (kogapakori): σκληροτράχηλες ομάδες ιθαγενών που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές

μαγούνα (maguna και mágona, στα ισπανικά sachapapa): Dioscorea trifida, φυτό παρόμοιο με γλυκοπατάτα

ματσικανάρι (machikanari): κακός μάγος

Μεσιαρένι (Meshiareni): ποταμός του πάνω κόσμου

Μορεναντσιίτε (Morenanchiite): ο αφέντης της βροντής

οσκιάχε (oskiaje): τόπος όπου συναντιέται ο πάνω με τον κάτω κόσμο

ποτσοτίκι (από τη λέξη potsoti): το βαφικό φυτό ατσιότε (βλ.λέξη)

σαανκαρίτε (saankarite): αγαθό πνεύμα

σανκόρι (sankori και sánkori): Atta spp., φυλλοκόπα μυρμήγκια. Μεγάλα, κοκκινωπά, κόβουν μεγάλα κομμάτια φύλλων που μεταφέρουν στη φωλιά τους.

σεριγόρομπι (serigórompi): αλλόκοτος, εκκεντρικός

σεριπιγάρι (seripigari): σαμάνος, θεραπευτής

τασουρίντσι (tasurinchi και tasorintsi): 1. άνθρωπος, 2. ο δημιουργός του κόσμου

τοβάιτι (tovaiti): πολλοί

τσακάμι (chakami, στο πρωτότυπο εμφανίζεται ισπανικά: trompetero): Psophia leucoptera, πουλί που συγγενεύει με τους γερανούς.

τσεϊβαρίντσι (tseibarintsi) είδος παγίδας στο έδαφος, για μεγάλα ζώα.

τσοβίβουριτι (chobíburiti και chovívinti): Tringa solitaria, είδος τρύγγα, μικρό παρυδάτιο αποδημητικό πουλί, που διαχειμάζει στη λεκάνη του Αμαζονίου. Στην παράδοση των Ματσιγκένγκα θεωρείται προάγγελος αρρώστιας, πλημμύρας και άλλων καταστροφών.

τσονκίρι (tzonkiri και tsonkiri): κολιμπρί.

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΦΥΛΕΣ ΙΘΑΓΕΝΩΝ

Τοπωνυμια

Αντισούγιο (Antisyuo και Andesyuo, στη γλώσσα Κέτσουα syuo = επαρχία): επαρχία των Άντι. Με την ονομασία Άντι (Anti) αποκαλούσαν οι Ίνκα όλες τις φυλές ιθαγενών της ομάδα Αραουάκ (Arawak).

Γιαρινακότσα (Yarinacocha, στη γλώσσα Κέτσουα cocha = λίμνη): μία από τις περιφέρειες του Περού, όπου βρίσκεται η λίμνη λίμνη Γιαρίνα

Μορονακότσα (Moronacocha, στη γλώσσα Κέτσουα cocha = λίμνη): λίμνη Μορόνα

Ταουαντινσούγιο (Tahuantisuyo, από τη γλώσσα Κέτσουα, tawa = τέσσερα και suyo = επαρχία, πολιτεία): η αρχαιότερη και ισχυρότερη αυτοκρατορία της Αμερικανικής ηπείρου, με επίκεντρο την πόλη Κούσκο, αποτελούμενη από πολλούς λαούς υποταγμένους υπό την ηγεσία των Ίνκας.

Φυλες

Αγουαρούνα (Aguaruna, Awajún): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού), παραδοσιακά πολεμιστές.

Αμουέσα (Amuesha, Yanesha): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού). Η γλώσσα τους ανήκει στην ομάδα των Αραουάκ.

Αραουάκ (Arawak, Arahuaco): μεγάλη ομάδα ιθαγενών φυλών των Αντιλλών και της βορειοανατολικής Νότιας Αμερικής. Η γλώσσα arawakan (γνωστή και ως maipurean) είναι πολύ διαδεδομένη και μιλιέται από πολλές φυλές σε διάφορες παραλλαγές.

Ασάνινκα (Asháninka, Ashaninka): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού, Βραζιλία). Μαζί με τους Ματσιγκένγκα ανήκουν στην ομάδα των Κάμπα και στην ευρύτερη ομάδα των Αραουάκ.

Γιάγουα (Yagua, Yahuna, Ñihamwo, Yihamwo, Nihamwo, Mishara): ιθαγενείς της Αμαζονίας (βορειοανατολικό Περού).

Γιαμινάουα (Yaminahua, Yaminawa, Jamináwa): φυλή του Αμαζονίου (Περού, Βραζιλία, Βολιβία). Η γλώσσα τους ανήκει στην γλωσσική οικογένεια pano.

Κάμπα (Campa): ομάδα των ιθαγενών Αραουάκ που ζούσαν κοντά στις Άνδεις. Περιλαμβάνει τους Ασάνινκα και τους Ματσιγκένγκα.

Μάσκο (Mashco): πολεμοχαρείς ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού), συγγενικοί με τη φυλή Πίρο. Η γλώσσα τους ανήκει στην ομάδα των Αραουάκ.

Ματσιγκένγκα (Machiguenga, Machigenga, Matsigenka, Matsigenga): ιθαγενείς της Αμαζονίας (νοτιοανατολικό Περού, κοντά στα σύνορα με Βολιβία και Βραζιλία). Μαζί με τους Ασάνινκα στην ομάδα των Κάμπα και στην ευρύτερη ομάδα των φυλών Αραουάκ, όπου κατατάσσονται γλωσσικά.

Ουαμπίσα (Huambisa): ιθαγενείς της Αμαζονίας, στις περιοχές των ποταμών Μαρανιόν και Σαντιάγο(Περού). Έχουν ανοιχτόχρωμο δέρμα, εξαιτίας της καταγωγής τους από γυναίκες ευρωπαίων που απήγαγαν οι πρόγονοί τους.

Πίρο (Piro, Yine): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού). Η γλώσσα τους ανήκει στην ομάδα των Αραουάκ.

Πουναρούνα (Punaruna, Puñaruna): στη γλώσσα Κέτσουα και στη γλώσσα Ματσιγκένγκα, «οι άνθρωποι του βουνού». Αναφέρεται στους ιθαγενείς των Άνδεων, στους ομιλητές της γλώσσας Κέτσουα,

Σάπρα (Shapra): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού). Μιλούν τη γλώσσα candoshi, shapra ή murato που δεν έχει άμεση συγγένεια με άλλες γλώσσες ιθαγενών.

Σιπίβα (Shipiba, Shipibo): ιθαγενείς της Αμαζονίας, γύρω από την περιοχή της Πουκάλπα (Περού).

Τσοντσόιτε (Chonchoite): στη μυθολογία των Ματσιγκένγκα, ανθρωποφάγα φυλή. Στη γλώσσα των Ασάνινκα, είδος σφήκας.

Χίβαρο (Jíbaro, Jívaro): ομάδα φυλών ιθαγενών της Αμαζονίας, γύρω από τον ποταμό Μαρανιόν (Περού).

http://www.everyculture.com/South-America/index.html

Κέτσουα (Quechua): η γλώσσα των Ίνκας. Μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες του Περού, μαζί με τα ισπανικά και τα αϋμάρα.

Αϋμάρα (Aymara): γλώσσα ομάδας φυλών των υψιπέδων των Άνδεων και ομώνυμη φυλή. Μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες του Περού, μαζί με τα ισπανικά και τα κέτσουα.

Τούπι-Γκουαρανί (Tupi-Guaraní): γλωσσική ομάδα φυλών της κεντρικής Νότιας Αμερικής (κυρίως Βραζιλία).

ΛΕΞΕΙΣ ΙΘΑΓΕΝΩΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ (Κέτσουα, Αϋμάρα, Μάγια, Τούπι-Γκουαρανί)

αγιαουάσκα (ayahuasca, γλώσσα Κέτσουα): παραισθησιογόνο αφέψημα που παρασκευάζεται από το φυτό Banisteriopsis caapi συνήθως αναμειγμένου με διάφορα άλλα είδη ψυχοτρόπων φυτών.

αγκουτί (agutí, από το akutí της γλώσσας Τούπι-Γκουαρανί): μεγαλόσωμο τρωκτικό του γένους Dasyprocta.

ατσιότε (achiote, Περού κ.ά.): Bixa orellan, δέντρο με σπόρους που δίνουν κόκκινη βαφή, γνωστή στο εμπόριο ως χρωστική της Ορλεάνης ή annatto.

βιρακότσα (Viracocha): έτσι ονόμαζαν πολλές φυλές αμερικανών ιθαγενών τους ευρωπαίους. Κον-Τίκι Βιρακότσα ονομαζόταν ο θεός-δημιουργός της μυθολογίας των Ίνκας. Σύμφωνα με έναν μύθο, γενειοφόροι άγγελοι πολεμιστές, σταλμένοι από τον Βιρακότσα, θα έρχονταν στη γη, και τότε θα γινόταν η συντέλεια του κόσμου και η αυτοκρατορία των Ίνκας θα καταστρεφόταν. Όταν είδαν τους Ισπανούς στρατιώτες θεώρησαν ότι ήταν αυτοί ακριβώς οι άγγελοι καταστροφείς και τους ονόμασαν «βιρακότσα», ονομασία που προεκτάθηκε στη συνέχεια σε όλους τους ευρωπαίους.

γιακουμάμα (yacumama, λέξη του Περού, επίσης anaconda): Eunectes spp. μεγάλο φίδι πιο γνωστό ως ανακόντα.

γιαραβί (yaraví): παραδοσιακά τραγούδια, μελωδικά και μελαγχολικά, από το διαμέρισμα της Αρεκίπα στο νότιο Περού.

γκαμιτάνα (gamitana, λέξη του Περού): Colossoma macropomum μεγάλο ψάρι του γλυκού νερού, φτάνει το 1 μέτρο μήκος και τα 40 κιλά βάρος.

καπιβάρα (capibara): Hydrochoerus hydrochaeris, το μεγαλύτερο τρωκτικό του πλανήτη μας, με σώμα που θυμίζει γουρούνι. Στο Περού λέγεται ronsoco (ρονσόκο).

καρατσάμα (carachama): Pseudorinelepis genibarbis, ποταμόψαρο παρόμοιο με τα γατόψαρα, που έχει την ικανότητα να αναπνέει αέρα μαζί με νερό, βγάζοντας το κεφάλι του έξω όταν το νερό είναι φτωχό σε οξυγόνο.

κούμο (cumo, λέξη του Περού): Lonchocarpus urucu και Lonchocarpus utilis, φυτά με δηλητηριώδη χυμό που χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα, σαν τον φλόμο (βλέπε και μπαρμπάσκο).

κούσμα (cushma): ριχτό μπαμπακερό ρούχο.

λουπούνα (lupuna, λέξη του Περού): Ceiba pentandra, γιγάντιο δέντρο της Αμαζονίας. Λέγεται επίσης και ceiba (σέιβα), pochote (ποτσότε) ή kapok (κάποκ).

μασάτο (masato, Άνδεις): ποτό που προέρχεται από ζύμωση καλαμποκιού, μπανάνας ή γιούκα.

μαχάς (majaz, λέξη του Περού, επίσης paca): Cuniculus paca, μεγαλόσωμο τρωκτικό.

μπάγρε (bagre): κοινή ονομασία πολλών ειδών ποταμόψαρων της Αμαζονίας.

μπαρμπάσκο (barbasco, λέξη του Περού): Lonchocarpus urucu και Lonchocarpus utilis, φυτά με δηλητηριώδη χυμό που χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα, σαν τον φλόμο (βλέπε και κουμο).

μποκιτσίκο (boquichico): Prochilodus nigricans και άλλα παρόμοια είδη ψαριών των ποταμών του Περού, μήκους 30-40 εκ.

ντατούρα (floripondio, λέξη του Περού): φυτά του γένους Brugmansia, παρόμοια με το συγγενικό γένος Datura, αλλά πολυετή και δενδρώδη.

οσελότος (ocelote, από τη γλώσσα Ναουάτλ, στο πρωτότυπο tigrillo, λέξη του Περού): Leopardus pardalis, μικρόσωμο αιλουροειδές της Νότιας Αμερικής.

ουανγκάνα (huangana, λέξη του Περού και του Εκουαδόρ): Tayassu pecari, ένα από τα δύο είδη πεκάρι (θηλαστικό συγγενικό με τους αγριόχοιρους).

ουίτο (huito): Genipa americana, δέντρο που ο χυμός των άγουρων καρπών του δίνει σκούρα μπλε βαφή για το δέρμα, με την οποία κάνουν τατουάζ οι ιθαγενείς της Αμαζονίας.

ουνγκουράβι (ungurabi): Jessenia bataua, είδος φοινοκόδεντρου.

ούτα (uta, Περού και Εκουαδόρ): δερματική λεϊσμανίαση, ασθένεια που προκαλεί έλκη στο πρόσωπο.

οχέ (ojeé και ojé): Ficus insipida, δέντρο της Αμαζονίας που φτάνει τα 18 μέτρα ύψος. Ο χυμός του έχει φαρμακευτικές ιδιότητες.

πάιτσε (paiche): Arapaima gigas, ποταμόψαρο που φτάνει τα 2 μέτρα μήκος και τα 200 κιλά βάρος.

παμακάρι (pamacari): μεγάλη σκεπαστή βάρκα ποταμού.

παμπανίγια (pampanilla και taparrabos): περίζωμα γλουτών (κομμάτι υφάσματος που καλύπτει μέση, κοιλιά και γεννητικά όργανα), συνηθισμένο ένδυμα σε πολλές φυλές ιθαγενών.

πιντόκ (pintoc, γλώσσα Κέτσουα, στο πρωτότυπο εμφανίζεται στα ισπανικά, caña brava): Gynerium sagittatum, ψηλά καλάμια με γερό κορμό που χρησιμοποιείται σε κατασκευές σπιτιών, επίπλων κ.τ.ό.

πόνγκο (pongo, χρησιμοποιείται στο Περού και αλλού, από τις γλώσσες Κέτσουα και Αϋμάρα): στενό και απόκρημνο πέρασμα ποταμού. Η λέξη χρησιμεύει και ως τοπωνύμιο.

πότλατς (potlach): τελετουργία των ιθαγενών των ακτών του Βόρειου Ειρηνικού ωκεανού, όπου ο οικοδεσπότης μοιράζει άφθονα δώρα στους επισκέπτες.

ρονσόκο (ronsoco, λεξη του Περού): Hydrochoerus hydrochaeris, το μεγαλύτερο τρωκτικό του πλανήτη μας, με σώμα που θυμίζει γουρούνι. Λέγεται και capibara (καπιβάρα, βλ.λ.)

σάβαλο (sábalo): κοινή ονομασία πολλών ειδών ποταμόψαρων της Αμαζονίας.

σαχίνο (sajino, λέξη του Περού): Tayassu tajacu, ένα από τα δύο είδη πεκάρι, θηλαστικό συγγενικό με τους αγριόχοιρους.

σοπάι (Sopai και Supay): στη μυθολογία των Ίνκα και των Αϋμάρα, θεός του κάτω κόσμου και του θανάτου. Μετά την έλευση των χριστιανών ιεραποστόλων ταυτίστηκε με τον διάβολο.

τοέ (tohé): φυτό του γένους Brugmansia, γνωστό και ως floripondio, συγγενικό με τη ντατούρα.

τσαμπίρα (chambira): Astrocaryum chambira, είδος φοινικόδεντρου με αγκάθια μήκους 10-25 εκατοστών. Ο καρπός του χρησιμεύει ως τροφή και για φαρμακευτικούς σκοπούς, ενώ από τα φύλλα του κατασκευάζονται σχοινιά, καλάθια και άλλα χειροτεχνήματα.

τσίκουα (chicua): Coccyzus americanus, είδος κούκου που έχει τη συνήθεια να κρώζει δυνατά πριν τις καταιγίδες (μία από τις κοινές αγγλικές ονομασίες είναι storm crow, κοράκι της καταιγίδας).

τσαράπα (charapa): Podocnemis spp. είδος χελώνας του γλυκού νερού.

τσίτσα (chicha): οινοπνευματώδες ποτό από καλαμπόκι (η λέξη προέρχεται από τη γλώσσα των Μάγια).

τσιτσάρα-ματσάκουι (chicharra-machacuy): Fulgora laternaria, είδος ημίπτερου εντόμου (ισπανικά chicharra: τζιτζίκι, το επίθετο machacuy προέρχεται πιθανόν από τη γλώσσα Κέτσουα και αποδίδεται σε δηλητηριώδη φίδια). Λέγεται επίσης machaca, víbora voladora (ιπτάμενη όχεντρα) και mariposa caimán (πεταλούδα καϊμάν) από την ομοιότητά του με πεταλούδα και από το σχήμα του κεφαλιού του, που θυμίζει κεφάλι κροκοδείλου. Η μακριά προβοσκίδα του δίνει την εντύπωση κεντριού και πολλοί το θεωρούν δηλητηριώδες, ενώ είναι ακίνδυνο.

ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Αντρές Φερέρο (Andrés Ferrero): δομηνικανός μοναχός που έζησε ανάμεσα στους ιθαγενείς Ματσιγκένγκα και έγραψε ένα βιβλίο γι’ αυτούς με τίτλο Οι Ματσιγκένγκα (Los Machiguengas).

Ελιθέριο Μαλουέντα (Elicerio Maluenda): έμμεση αναφορά στον Elicerio Martίnez, δομηνικανό μοναχό που έζησε ανάμεσα στους ιθαγενείς Ματσιγκένγκα.

Λουίς Λιόσα Ουρέτα (Luis Llosa Ureta): θείος και πεθερός του συγγραφέα.

Μαριάτεγκι, (José Carlos Mariátegui, 1894-1930): Περουβιανός δημοσιογράφος, συγγραφέας, πολιτικός φιλόσοφος και ακτιβιστής, μαρξιστικής ιδεολογίας.

Μπιθέντε ντε Θενιταγκόγια (Vicente de Cenitagoya): βασκικής καταγωγής δομηνικανός μοναχός. Έζησε ανάμεσα στους ιθαγενείς της Αμαζονίας και έγραψε γι’ αυτούς.

Πωλ Μαρκουά (Paul Marcoy): Γάλλος εξερευνητής και βοτανολόγος του 19ου αι. που ταξίδεψε από το Περού ως τη Βραζιλία και έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία.

Σαρλ Βίνερ (Charles Wiener): γαλλο-αυστριακός επιστήμονας και εξερευνητής που ταξίδεψε πολύ στη Νότια Αμερική και έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία.

Σνέιλ (Schneil): αναφορά στους βορειοαμερικανούς Βαπτιστές ιεραπόστολους και ανθρωπολόγους Wayne και Betty Snell που εργάστηκαν ανάμεσα στους ιθαγενείς Ματσιγκένγκα προσηλυτίζοντας, μεταφράζοντας τη Βίβλο και καταρτίζοντας ένα λεξικό Ματσιγκένγκα-Ισπανικό.

Φιδέλ Περέιρα (Fidel Pereira): γιος ενός λευκού από το Κούσκο και μιας ιθαγενούς Ματσιγκένγκα, κατέγραψε αρκετούς θρύλους των Ματσιγκένγκα.

Χοακίν Μπαριάλες (Joaquín Barriales)

Χοσέ Πίο Άθα Μαρτίνεθ (José Pío Aza Martínez): Ισπανός ιερέας του τάγματος των Δομηνικανών. Έκανε εκτεταμένες ανθρωπολογικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες των ιθαγενών του Περού. Εξέδωσε μεταξύ άλλων το βιβλίο Estudio de la lengua machinguenga (Μελέτη της γλώσσας Ματσιγκένγκα).

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ, ΦΡΑΣΕΙΣ, ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ

κρεολοί (criollos): απόγονοι ευρωπαίων, γεννημένοι στη Λατινική Αμερική.

μεστίσο (mestizo): μιγάς με προγόνους λευκούς και ινδιάνους.

Θερινό Ινστιτούτο Γλωσσολογίας (Instituto Lingüístico de Verano, Summer Institute of Linguistics, Inc.): μη κερδοσκοπικός οργανισμός που προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη των μειονοτικών γλωσσών.

Κανάλι (El Canál): αναφορά στο μεγάλο κανάλι που ονομάζεται Televisión Peruana (Περουβιανή Τηλεόραση).

Μαύρος Θρύλος (Leyenda Negra): η απαξίωση κάθε ισπανικής επιρροής, που έχει τις ρίζες της στον 16ο αιώνα.

Σαν Μάρκος (Universidad Nacional Mayor de San Marcos): Εθνικό Πανεπιστήμιο Σαν Μάρκος, στη Λίμα του Περού.

Caretas: Μάσκες, περιοδικό ποικίλης ύλης πλατιάς κυκλοφορίας στο Περού.

Sendero Luminoso (Σεντέρο Λουμινόσο: Φωτεινό Μονοπάτι): παράνομη κομμουνιστική οργάνωση στο Περού με βίαιη επαναστατική δράση.

ΙΤΑΛΙΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Βασιλική του Σαν Λορέντσο (Chiesa (Basílica) di San Lorenzo): μεγάλη εκκλησία κοντά στο ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας, πάνω στην ομώνυμη πλατεία. Θεωρείται η αρχαιότερη της πόλης.

Κασίνε (Cascine): το μεγαλύτερο πάρκο της Φλωρεντίας.

Μπόργκο ντέι Σάντι Απόστολι (Borgo dei Santi Apostoli): δρόμος της Φλωρεντίας, όπου βρίσκεται η ομώνυμη εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.

Ουφφίτσι (Uffizi): περίφημη γκαλερί της Φλωρεντίας

Πιάτσα ντελ Σάντο Σπίριτο (Piazza del Santo Spirito) πλατεία του Αγίου Πνεύματος, στη Φλωρεντία.

Πιάτσα ντέλα Σινιορία (Piazza della Signoria): η κεντρική πλατεία της Φλωρεντίας.

Σαν Μαρτίνο (San Martino al Vescovo, μετέπειτα Oratorio dei Buonomini di San Martino): παρεκκλήσιο του 5ου αι. όπου εκκλησιάζονταν σημαντικές οικογένειες, όπως οι Αλιγκέρι και οι Ντονάτι, και όπου σύμφωνα με ορισμένες πηγές έγινε ο γάμος του Ντάντε Αλιγκέρι με την Γκέμμα Ντονάτι.

Σάντα Μαργκερίτα (Santa Margherita dei Cerchi): εκκλησία στο ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας, γνωστή από τον 11ο αι., όπου σύμφωνα με άλλες πηγές έγινε ο γάμος του Δάντη.

ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ

Certo. Avanti, avanti.: Βεβαίως. Περάστε, περάστε.

chiusura estivale: κλείσιμο για διακοπές.

forse: ίσως.

genitori γονείς

I nativi della foresta Amazonica: Ιθαγενείς του δάσους του Αμαζονίου.

Il signiore Gabriele Malfatti è morto: Ο κύριος Γκαμπριέλε Μαλφάττι πέθανε.

le dispiaceva: λυπόταν.

macchiato: «λεκιασμένος», καφές εσπρέσσο με ελάχιστο γάλα.

pranzo: μεσημεριανό.

ritornello: σε ποιήματα και τραγούδια του 14ου αιώνα, η τελευταία στροφή, που περιείχε μια επανάληψη ή επιτομή του περιεχομένου. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης σε όπερες, καντάτες και μπαρόκ κονσέρτα.

terza rima: δομή τριών στίχων, ποίημα γραμμένο σε τρίστιχα με ομοιοκαταληξία της μορφής Α-Β-Α, Β-Γ-Β, Γ-Δ-Γ, Δ-Ε-Δ, που χρησιμοποίησε πρώτος ο Δάντης Αλιγκέρι.

zanzare: κουνούπια.

ΛΕΞΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ

αλιγιά (aliá και aliyah): στην εβραϊκή παράδοση, η επιστροφή στη γη του Ισραήλ.

γκόι (goie, από τη γλώσσα των Εβραίων Ασκενάζυ): η μη εβραία.

καμπόκλου (caboclo, πορτογαλικά στο πρωτότυπο, από το kaaboc της γλώσσας Τούπι): μιγάς με προγόνους ιθαγενείς της Βραζιλίας και Ευρωπαίους ή/και Αφρικανούς.

orateur (γαλλικά στο πρωτότυπο): ομιλητής.

speakers (αγγλικά στο πρωτότυπο): ομιλητές.

σαντσάχι (seanchaí, ιρλανδικά στο πρωτότυπο): παραδοσιακός τροβαδούρος της Ιρλανδίας.

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ

Αλληγορία της άνοιξης (Primavera): διάσημος πίνακας του Σάντρο Μποτιτσέλι, γνωστός και ως Άνοιξη.

Μάχη του Αγίου Ρωμανού (Battaglia di San Romano): διάσημο τρίπτυχο του Πάολο Ουτσέλο. Ένας από τους τρεις πίνακας βρίσκεται στη γκαλερί Ουφίτσι (οι άλλοι δύο στο Λούβρο και στην Εθνική Πινακοθήκη τουΛονδίνου)

“κρυφή κι ολόδικη αρχή” (“principio propio y escondido”): στίχος από στο ποίημα Oda a Felipe Ruiz (Ωδή στον Φελίπε Ρουίθ) του ποιητή Λουίς Πόνθε ντε Λεόν (Fray Luís Ponce de León).

Ελ Ντοράδο, Επτά Πόλεις της Σίβολα (El Dorado, Siete Ciudades de Cïbola): τόποι όπου σύμφωνα με παλιούς θρύλους των Ισπανών υπήρχαν αμύθητοι θησαυροί.

Πριγκήπισα Μαγαλόνα και οι δώδεκα άρχοντες της Γαλλίας: Λαϊκές ιστορίες της Βραζιλίας που προέρχονται από μεσαιωνικούς θρύλους, η Ιστορία της Πριγκίπισας Μαγαλόνα και του εραστή της Πιερ (A Princesa Magalona e seu amante Pierre), και η Ιστορία του Καρλομάγνου και των δώδεκα αρχόντων της Γαλλίας (Carlos Magno e Os Doze Pares de França).

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Σημείωμα της μεταφράστριας (ανέκδοτο).

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Mεταφραστικές επιλογές

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Ύφος

Ξεκίνησα στην προηγούμενη ανάρτηση να μιλάω για την συνειδητή, διανοητική επεξεργασία του κειμένου, που έρχεται μετά από την φάση της εξοικείωσης και της μελέτης και που κινείται παράλληλα με την έμπνευση. Η μετάφραση, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι απλή αντιστοίχιση λέξεων ή έστω τυποποιημένων φράσεων, διαφορετικά θα αρκούμασταν σε ένα λεξικό και σε ένα πρόγραμμα αυτόματης μετάφρασης. Η μετάφραση είναι μετουσίωση ενός κειμένου, και στην πορεία αυτής της μετουσίωσης ο μεταφραστής βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με αναρίθμητες επιλογές. Δουλειά του είναι να εντοπίσει τις εναλλακτικές λύσεις και να τις αξιολογήσει έτσι ώστε η αίσθηση που αφήνει στον αναγνώστη το μετάφρασμα να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερη στην αίσθηση που αφήνει και το πρωτότυπο.

Στην πορεία της μετάφρασης του Ιστορητή βρέθηκα κι εγώ αντιμέτωπη με πολλές επιλογές που με προβλημάτισαν.

Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες λέξεις και φράσεις που επαναλαμβάνονται στο κείμενο σαν ένα είδος leitmotif. Λόγου χάρη οι λέξεις antes και después (άλλοτε και ύστερα), που αποδίδουν την αόριστη αίσθητη του χρόνου των Ματσιγκένγκα, το quizás και πιο συχνά το tal vez (ίσως ), και η φράση-ρεφραίν eso es, al menos, lo que yo he sabido (αυτό τουλάχιστον έμαθα εγώ).
Πειραματίστηκα με διάφορες εκδοχές μέχρι να καταλήξω στην τελική, την οποία επέλεξα κυρίως με αισθητικό ή συναισθηματικό αν θέλετε κριτήριο, δηλαδή με το "πώς ακούγονταν" όχι μόνο από την άποψη της ηχητικής αρμονίας, αλλά και από την άποψη της εντύπωσης και των συνειρμών που δημιουργούν. Το "πριν" και "μετά" λόγου χάρη θυμίζει μάλλον διαφήμιση κέντρου αδυνατίσματος, σε αντίθεση με το "άλλοτε" και "ύστερα" που είναι πιο ποιητικά και πιο αόριστα χρονικά, μια και δεν τοποθετούνται σε απευθείας σχέση με καποιο συγκεκριμένο γεγονός, αλλά γενικώς και αορίστως σε σχέση με το παρόν, μια έννοια κατά βάθος πολύ πιο ασαφή απ' όσο νομίζουμε, μια που το παρόν μπορεί να είναι σήμερα αλλά μπορεί να είναι και αυτός ο μήνας ή ακόμα και η φετινή χρονιά, και μπορεί να εκτείνεται λίγο ή πολύ πίσω στο παρελθόν ή μπροστά στο μέλλον, ανάλογα με το τι θέλουμε να πούμε.

Υπήρχαν ακόμη αρκετές λέξεις που εμφανίζονταν συχνά στο κείμενο, καθώς λέξεις που και είχαν κάποια βαρύτητα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η απόδοσή τους έπρεπε να προσεχθεί για να δώσει κατά το δυνατόν την ίδια εντύπωση και στη μετάφραση. Τέτοιες ήταν οι λέξεις sabiduría, daño, corrupto και corromper, cocimiento, cacique και curaca, chacra, collpa, canoa, hierbero.

Sabiduría μπορεί να σημαίνει σοφία ή γνώση, και ομολογώ ότι αμφιταλαντεύτηκα πολύ ανάμεσα στα δύο. Με προβλημάτισε επιπλέον το γεγονός ότι η φράση-ρεφραίν του ιστορητή, το "eso es, al menos, lo que yo he sabido", περιέχει τη μετοχή του ρήματος saber (γνωρίζω, μαθαίνω) που έχει την ίδια ρίζα με το sabiduría (αλλά και με το sabio, που σημαίνει σοφός). Ο πειρασμός να μιλήσω για τη σοφία των μάγων και των παραδόσεων ήταν μεγάλος. Πραγματικά, έμοιαζε να είναι η πιο ενδεδειγμένη και κλασσική θα έλεγε κανείς λύση. Ωστόσο, ενταγμένο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αφήγησης, στο στόμα του πρωτόγονου ιστορητή των ιθαγενών, κάποιες φορές ακουγόταν προσποιητή και παράταιρη. Ορισμένες φορές πάλι τα συμφραζόμενα την έκαναν να μοιάζει βαρύγδουπη και εκτός τόπου: όταν μιλάμε για την πληροφορία των ιδιοτήτων ενός φαρμακευτικού φυτού, η έννοια της γνώσης μου φαινόταν πιο ταιριαστή από την έννοια της σοφίας. Άλλωστε, η σοφία των αρχαίων λαών τι άλλο είναι αν όχι συσσωρευμένη γνώση ή απόσταγμα γνώσης?
Τελικά, μετά από πολλή περίσκεψη, κατέληξα ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά επιπλέον (και κυρίως) επειδή "μου ακουγόταν καλύτερα", η sabiduría θα έπρεπε να είναι γνώση, και το saber (he sabido) θα έπρεπε να είναι μαθαίνω (έμαθα).

Η λέξη collpa δεν αποδίδεται επακριβώς στα ελληνικά. Είναι ένας τόπος όπου το έδαφος περιέχει αρκετό νερό και τα ζώα πηγαίνουν να γλείψουν το νοτερό χώμα για να πάρουν την υγρασία του αλλά και το αλάτι που περιέχει. Για τα πλάσματα της ζούγκλας είναι ζωτικής σημασίας και είναι κάτι οικείο, κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Ήθελα η ελληνική απόδοση να δίνει την ίδια αίσθηση, γι' αυτό απέκλεισα τις περιφραστικές και περιγραφικές αποδόσεις. Έπρεπε να είναι κάτι οικείο και άμεσα κατανοητό, που να δίνει την ίδια αίσθηση της ανάγκης. Φυσικά έπρεπε να εκφράζει το γεγονός ότι περιέχει (τουλάχιστον) νερό, αλλά ότι η ποσότητα του νερού είναι μικρή και κυμαινόμενη. Η μόνη λέξη που κάλυπτε όλες τις προϋποθέσεις ήταν ο νερόλακος (λέξη που χρησιμοποιείται επίσης για να αποδώσει το waterhole, τους τόπους όπου πίνουν νερό τα ζώα της αφρικανικής σαβάνας).
Έχασα έτσι την ιδιαιτερότητα της λέξης collpa, μιας λέξης ασυνήθιστης στα ισπανικά που δεν υπάρχει καν στα λεξικά και δίνει εξωτική εντύπωση στον ισπανόφωνο αναγνώστη (ακόμη και σε μια μερίδα των ίδιων των Περουβιανών) μεταφέροντας το άρωμα της ζούγκλας, αλλά κράτησα την αίσθηση της οικειότητας, της καθημερινότητας και της ανάγκης, που έκρινα πιο σημαντικές.

Αντίστοιχη ιστορία έχει και η λέξη chacra, λέξη της Νότιας Αμερικής που προέρχεται από τη γλώσσα Κέτσουα και σημαίνει κτήμα, χωράφι. Και πάλι επέλεξα να την πω απλώς χωράφι, λέξη της καθημερινότητας ενός αγρότη, χωρίς να αναζητήσω κάτι πιο εξωτικό και ιδιαίτερο.

Η λέξη canoa σημαίνει βέβαια κανώ. Έλα όμως που το κανώ έχει συνδεθεί στις μέρες μας με τα σύγχρονα ελαφρά σκάφη που χρησιμεύουν για το γνωστό άθλημα, και δεν έχει τίποτε το εξωτικό πια; Αντίθετα η λέξη πιρόγα περιγράφει θαυμάσια τον συγκεκριμένο τύπο σκάφους, και φέρνει αμέσως συνειρμικά την εικόνα μνελαψών ιθαγενών και ενός ποταμού με πυκνή τροπική βλάστηση (άλλωστε η πιρόγα προέρχεται από τη λέξη piragua, η οποία αναφέρεται σε σκάφος όμοιο με το κανώ αλλά λίγο μεγαλύτερο).

Το cocimiento με ταλαιπώρησε αρκετά, και ομολογώ ότι δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένη με την επιλογή μου. Διάλεξα τη λέξη μαντζούνι, ένα λαϊκό γιατροσόφι με μορφή αφεψήματος από βότανα, όπως ακριβώς και το αφέψημα των ιθαγενών μάγων. Η λέξη cocimiento δεν έχει βέβαια την ίδια λαϊκή συνυποδήλωση, το ίδιο το παρασκεύασμα όμως κατά τη γνώμη μου την έχει.

Η λέξη cacique προέρχεται από την Καραϊβική και χρησιμοποιείται ευρέως στη Νότιο Αμερική για να δηλώσει είτε έναν φύλαρχο, είτε κάποιο πρόσωπο με πολιτική επιρροή σε μικρές ομάδες ή περιοχές (μερικές φορές έχει και αρνητικές συνυποδηλώσεις, στη δική μας περίπτωση όμως δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα). Είναι μια λέξη με ιδιαίτερη χροιά, η οποία χάνεται στη μετάφραση. Ο Φώτης Κόντογλου την έχει αποδώσει "κασίκης" σε κάποιο κείμενό του. Μετά από πολλή σκέψη, ωστόσο, αποφάσισα ότι το φύλαρχος κάλυπτε επαρκώς το νόημα που έπρεπε να αποδοθεί, εξασφαλίζοντας την την απρόσκοπτη κατανόηση και την ομαλή ροή του κειμένου, έστω και με το τίμημα της απώλειας της γεύσης του Αμαζονίου (γιατί φύλαρχοι υπάρχουν βέβαια και σε άλλες ηπείρους).
Σε ένα σημείο του κειμένου, στο κεφάλαιο VI, εκεί που περιγράφεται η επίσκεψη στα χωριά Νέο Φως και Νέος Κόσμος, χρησιμοποιείται η λέξη curaca, που δηλώνει τον αρχηγό της κοινότητας. Προτίμησα να τη μεταφράσω κι αυτήν φύλαρχος, χωρίς διευκρινίσεις και χωρίς υποσημειώσεις, κρίνοντας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ελαφριά διαφορά στη σημασία των δύο λέξεων δεν έπαιζε ρόλο ούτε στην κατανόηση ούτε στο ύφος του κειμένου.

Είμαι πολύ ευχαριστημένη με την απόδοση του corromper ως μαγαρίζω και του corrupto ως μαγαρισμένος. Μου πήρε κάμποση σκέψη και προβληματισμό, κάμποσο παιχνίδι με λέξεις και πειραματισμό, ώσπου να καταλήξω στη λέξη αυτή. Είμαι σίγουρη όμως ότι δίνει ακριβώς αυτό που ήθελε να δώσει ο συγγραφέας: την πτώση, το μίασμα, το στίγμα , την απώλεια της αθωότητας (κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα έδινε η κυριολεκτική μετάφραση της λέξης, το "διαφθείρω").

Ίσως η λέξη που περισσότερο με παίδεψε να ήταν το hierbero. Χρησιμοποιείται στο Μεξικό και στην Κούβα για να δηλώσει τον πρακτικό γιατρό που χρησιμοποιεί βότανα.
Όσο εύκολο είναι να αντιληφθεί κανείς το νόημά της τόσο δύσκολο είναι να τη μεταφράσει. Βοτανολόγος δεν θα μπορούσε να είναι, όχι εφόσον μιλάμε για έναν πρωτόγονο ιθαγενή. Αν ήταν γυναίκα, ίσως να την έλεγα γιάτρισσα, αλλά για άντρα δεν έβρισκα κάτι αντίστοιχο. Ενώ είχα την αίσθηση ότι υπήρχε ή ότι έπρεπε να υπάρχει μια λέξη που να αποδίδει αυτό που ήθελα, δεν μπορούσα να την εντοπίσω. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, έξαψα σε ίντερνετ, σε εγκυκλοπαίδειες, σε λεξικά, ρώτησα φίλους και συναδέλφους - τίποτα.
Έτσι κατέληξα στη λεξιπλασία, δημιουργώντας τη λέξη βοτανοτρίφτης.
Άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε κάνει κάτι αντίστοιχο με τη συγκεκριμένη λέξη, όπως και με τη λέξη hablador που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα. Μπορεί να μην είχε πλάσει τις λέξεις, αλλά τους είχε αποδώσει ένα νόημα που προηγουμένως δεν είχαν και τις είχε τοποθετήσει σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για λεξιπλασία, μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για λεξιμετάλλαξη.

Αξίζει ίσως ν' αναφερθώ εδώ σε κάποιες αλλαγές που έκανα, αφανείς στον αναγνώστη της μετάφρασης και εμφανείς μόνο σε όποιον διαβάσει παράλληλα και το πρωτότυπο. Για παράδειγμα το trompetero, ένα πουλί που δεν έχει όνομα στα ελληνικά ούτε σε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα, προτίμησα να το αποδώσω τσακάμι (chakami), όπως ονομάζεται στη γλώσσα των Ματσιγκένγκα. Αφού έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να μεταγράψω από μια ξένη γλώσσα και το αποτέλεσμα θα ήταν μια ακατανόητη για τον αναγνώστη λέξη, θεώρησα προτιμότερο η λέξη αυτή να ανήκει στη γλώσσα των ιθαγενών, μια που όλη η ιστορία εκτυλίσσεται στον δικό τους κόσμο και μας μεταφέρεται από το στόμα ενός δικού τους ανθρώπου, παρά στην ισπανική, που αποτελεί απλώς το όχημα του συγγραφέα για να επικοινωνήσει μαζί μας.

Καθώς διάβαζα το κείμενο και ζύγιζα τις επιλογές μου, είχα πάντα κατά νου το γεγονός ότι τα ισπανικά του Περού (και της Νότιας Αμερικής γενικά) μπορεί να φαντάζουν κάπως εξωτικά σε έναν Ισπανό (και σε κάποιον που έχει μάθει τη γλώσσα όπως αυτή μιλιέται στην Ισπανία), αλλά προφανώς δεν είναι διόλου εξωτικά για έναν Περουβιανό: για εκείνον είναι η γλώσσα της καθημερινότητάς του. Έπρεπε λοιπόν να θυμάμαι ότι δεν μετέφραζα από τα ισπανικά αλλά από τα περουβιανά και να επιλέγω αντίστοιχα. Το σκεπτικό αυτό, ωστόσο, δεν έπρεπε να με παρασύρει σε βαθμό που να αντιπαρέλθω το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κείμενο είχε όντως εξωτική χροιά, ακόμη και για τους Περουβιανούς, επειδή ακριβώς ο συγγραφέας το είχε θελήσει έτσι. Χρειαζόταν επομένως να εντοπίζω και να διατηρώ πάντα την ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς παράγοντες.

Έβαλα τα δυνατά μου να το πετύχω κι αισθάνομαι αρκετά ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Μακάρι οι αναγνώστες να νιώσουν την ίδια ικανοποίηση διαβάζοντάς το.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Παράρτημα: βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Ύφος

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Αντιφάσεις

Tο ύφος ίσως να είναι το χαρακτηριστικό ενός κειμένου που δυσκολότερα μπορεί να περιγραφεί και κατά συνέπεια να μεταφραστεί, να αποδοθεί δηλαδή με μια άλλη γλώσσα. Στην πραγματικότητα, έχω την φρικτή υποψία - για να μην πω βεβαιότητα - ότι το ύφος δεν μεταφράζεται. Αυτή η σκέψη όμως μπορεί να μας οδηγήσει σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από το αν η μετάφραση είναι στην ουσία εφικτή ή όχι, συζήτηση που ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας ανάρτησης και που έχει ήδη απασχολήσει κατά κόρον λογίους και ακαδημαϊκούς.

Το κείμενο του Λιόσα, όπως κάθε κείμενο, είχε το προσωπικό του ύφος, και ήταν δική μου δουλειά να το αποδώσω στα ελληνικά. Το συγκεκριμένο βιβλίο όμως διέφερε αρκετά από τα άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα.
Ο Λιόσα μας έχει συνηθίσει σε ένα πολύ ιδιαίτερο δικό του ύφος που ανέπτυξε ιδιαίτερα στο Πράσινο σπίτι, στο Ο Πανταλεόν και οι επισκέπτριες, στη Γιορτή του τράγου, στην πρώτη του μεγάλη επιτυχία Η πόλη και τα σκυλιά, και αλλού. Το ύφος αυτό χαρακτηρίζεται από συγκεκομμένες προτάσεις και αλληλοεμπλεκόμενους διαλόγους, συνυφασμένα και συνδυασμένα με τέτοιον τρόπο που να έχει κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί ταυτόχρονα τρεις ή περισσότερες ιστορίες να εξελίσσονται μπροστά του σε ισάριθμες οθόνες, και όσο ο ρυθμός εντείνεται τόσο οι φράσεις γίνονται πιο σύντομες, πιο συντετμημένες, πιο αποσπασματικές, ώσπου νιώθουμε ίλιγγο από τη διαρκή εναλλαγή των ιστοριών.
Ένα άλλο τυπικό ύφος του Λιόσα είναι αυτό που χρησιμοποιεί στα ερωτικά του μυθιστορήματα, όπως είναι το Μητριάς εγκώμιο και τα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Πρόκειται για ένα ανάλαφρο, παιχνιδιάρικο τόνο, που φέρνει στο νου ερωτικά κείμενα του δεκάτου ενάτου αιώνος ή περιπέτειες του Καζανόβα. Οι ερωτικές περιγραφές είναι αισθησιακές χωρίς να γίνονται ποτέ χυδαίες, περιγραφικές χωρίς να εκπίπτουν σε μάθημα ανατομίας, υπαινικτικές χωρίς να γίνονται ψευδοσεμνότυφες.
Σε άλλα βιβλία του, όπως το Ο παράδεισος στην άλλη γωνία και το πρόσφατο Όνειρο του κέλτη χρησιμοποιεί την κλασσική τεχνική των παράλληλων αφηγήσεων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και από την οπτική γωνία διαφορετικών προσώπων. Εννοείται ότι σε κάθε βιβλίο συνδυάζει τα διάφορα στυλ, τα παραλλάσσει και τα διαφοροποιεί.

Στον Ιστορητή, όμως, δημιουργεί ένα ύφος καινούριο, ξεχωριστό, αποκλειστικά για τις ανάγκες αυτής της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, έχουμε δύο διαφορετικά στυλ: ένα για τον "πολιτισμένο", εξευρωπαϊσμένο, δυτικότροπο αφηγητή, που είναι ο ίδιος ο Λιόσα, και ένα για τον "πρωτόγονο", άγριο ιθαγενή, που αφηγείται τις ιστορίες του κόσμου του. Το πρώτο θυμίζει ημερολόγιο ή ακόμη και χρονογράφημα σε κάποια σημεία και δίνει την εντύπωση μιας προσωπικής αφήγησης σύγχρονου ανθρώπου χωρίς μεγάλες λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Το δεύτερο είναι τελείως διαφορετικό: σύνταξη, γραμματική, λεξιλόγιο, όλα είναι ανοίκεια, όλα δίνουν ένα ρυθμό και μια μελωδία ξένη στα αυτιά μας, κυματιστή και κομματιαστή, διαφορετική από οτιδήποτε έχουμε συνηθίσει. Δίχως να θέλω διόλου να υποτιμήσω τη σημασία αλλά και τις δυσκολίες του πρώτου στυλ (γιατί συχνά το φαινομενικά οικείο μας ξεγελά και δεν του δίνουμε την πρέπουσα σημασία), αυτό που περισσότερο με απασχόλησε και με προβλημάτισε ήταν το δεύτερο.

Πώς να μιλήσεις με τη φωνή ενός ανθρώπου της νεολιθικής εποχής? Πώς να αποδώσεις τον τρόπο ενός πολιτισμού τόσο ξένου? Πώς να μπεις στο πετσί μιας κουλτούρας τόσο μακρινής, όχι μόνο στον χώρο αλλά και στον χρόνο?
Στην πραγματικότητα, αντιμετώπιζα με τη σειρά μου το ίδιο πρόβλημα που είχε αντιμετωπίσει κατά ομολογία του και ο ίδιος ο Λιόσα: "Πώς μπορούσα να γράψω μια ιστορία για τους ιστορητές χωρίς να γνωρίζω ούτε στο περίπου τις πεποιθήσεις, τους μύθους, τις συνήθειες, την ιστορία τους; [...] Είχα μουτζουρώσει τετράδια και είχα περάσει ώρες στην πλατεία του Τροκαντερό, στη βιβλιοθήκη και στις βιτρίνες του Μουσείου του Ανθρώπου, προσπαθώνατς να τους καταλάβω και να τους πλησιάσω, αλλά μάταια. Επινοημένες καθώς ήταν από μένα, οι φωνές των ιστορητών ακούγονταν παράτονες." Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες, κεφάλαιο IV, σελ. 105-106).
Δεν αρκούσε λοιπόν να διαβάσω το πρωτότυπο του Λιόσα. Έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να βρω το πρωτότυπο του ίδιου του ιστορητή. Έπρεπε να ακούσω τη φωνή των Ματσιγκένγκα.
Πώς όμως να το κάνω αυτό? Με δεδομένο το υψηλό κόστος των εισιτηρίων για την Αμαζονία και τις δυσκολίες ενός ταξιδιού στη ζούγκλα, κατέφυγα κι εγώ, όπως και ο Λιόσα, στη βιβλιογραφία. Έχοντας στη διάθεσή μου ένα εργαλείο όπως το διαδίκτυο, το πράγμα ήταν ευτυχώς σχετικά εύκολο. Συγκέντρωσα ό,τι κείμενα μπορούσα να βρω για εκείνους, μεταξύ άλλων και τα γραπτά των δομηνικανών ιεραπόστολων καθώς και το λεξικό των Βαπτιστών γλωσσολόγων και που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Σε ορισμένα κείμενα υπήρχαν καταγεγραμμένοι αυτολεξεί ορισμένοι μύθοι των Ματσιγκένγκα (τους οποίους σκοπεύω να μεταφράσω και να παραθέσω σε επόμενη ανάρτηση) και σε κάποιες ιστοσελίδες υπήρχαν ηχογραφημένα αποσπάσματα από τη μετάφραση της Βίβλου των Βαπτιστών ιεραποστόλων, με τη φωνή των Ματσιγκένγκα.
Άκουσα και ξανάκουσα αυτά τα αποσπάσματα, προσπαθώντας όχι μόνο να πιάσω τη σωστή προφορά των λέξεων (γιατί οι λέξεις της γλώσσας Ματσιγκένγκα ήταν γραμμένες διαφορετικά στο βιβλίο του Λιόσα και διαφορετικά στο λεξικό της κυρίας Σνελ, με αποτέλεσμα να μπω σε δίλημμα για τη μεταγραφή τους), αλλά να πιάσω το ρυθμό και τη μουσική της γλώσσας, να πιάσω κάτι από το αδιόρατο πνεύμα αυτού του μακρινού λαού.

Όλα αυτά, για μένα, είναι αναγκαία προετοιμασία για μια μετάφραση. Η κατάδυση στον κόσμο του κειμένου προϋποθέτει εμβάθυνση σε όλα τα στοιχεία που τον απαρτίζουν. Διαβάζεις ένα κείμενο ξανά και ξανά, το αφήνεις να σε διαποτίσει, το παρατάς και το ξαναπιάνεις, στρέφεις για λίγο την προσοχή σου σε άλλα θέματα, και κάποια μέρα κάθεσαι στον υπολογιστή, ανοίγεις το βιβλίο και γράφεις, γράφεις, και είναι σα να μη γράφεις εσύ, σάμπως τα δάχτυλά σου να γνωρίζουν από μόνα τους τι πρέπει να γράψουν, λες και κάποιο άγνωστο πνεύμα σε έχει καταλάβει και σου υπαγορεύει το κείμενο. Είναι κάπως σα ν' αφήνεσαι να λικνιστείς στο ρυθμό μιας μελωδίας που σε ξεσηκώνει, ή στο ρυθμό μιας ερωτικής περίπτυξης. Ακολουθείς να βήματα του καβαλιέρου σου, συντονίζεις τις κινήσεις σου με εκείνες του εραστή σου, και το κείμενο ρέει, ρέει ασταμάτητα και πρέπει μόνο να προσέξεις να μη σταματήσεις, να μην κοιτάξεις κάτω, γιατί βαδίζεις πάνω σε τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας, και το μόνο που σε σώζει είναι να προχωρείς σταθερά μπροστά.

Φυσικά αυτό δεν σε απαλλάσσει από την επεξεργασία του κειμένου: μπορεί να μεταφράζω έτσι, αλλά μετά ξαναδιαβάζω, και ξαναδιαβάζω, και σβήνω και ξαναγράφω, σε βαθμό που το αρχικό κείμενο, καρπός της έμπνευσης ή της έκστασης αν θέλετε, να γίνεται πολλές φορές αγνώριστο. Και όμως δεν θα μπορούσα να κάνω το ένα δίχως το άλλο: χρειάζομαι και το ανεξέλεγκτο εκστατικό ταξίδι, και την προσγειωμένη ορθολογιστική κατεργασία.

Αλλά γι' αυτό θα μιλήσω στην επόμενη ανάρτηση:

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Mεταφραστικές επιλογές

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Αντιφάσεις

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Υποσημειώσεις

Ένα άλλο δίλημμα με το οποίο βρέθηκα αντιμέτωπη ήταν οι αντιφάσεις του κειμένου. Ουσιαστικά η αντίφαση ήταν μία, αλλά εμφανιζόταν σε δύο σημεία. Ήταν εσκεμμένη ή όχι; Έπρεπε να την διατηρήσω ή όχι; Το ένστικτό μου μού έλεγε να τη διορθώσω, αλλά το δόγμα του αόρατου μεταφραστή επέβαλε να το διατηρήσω (εφόσον πρόκειται για λογοτεχνία και όχι για ένα τεχνικό κείμενο). Δεδομένου ότι ο συγγραφέας είναι ακόμη εν ζωή, σκέφτηκα ότι το καλύτερο ήταν να ρωτήσω τον ίδιο.

Ποια ήταν όμως η αντίφαση; Την παραθέτω, πρώτα στα ισπανικά (η αρίθμηση σελίδων αναφέρεται στην έκδοση Seix Barral 1987) και μετά στα ελληνικά:

1. Página 112-113

“Mujer tonta”, le decía la luna a la joven, “te eché barro para que tengas un hijo”. […] Al fin, llorando, con un cuchillo abriría el vientre de su mujer. Ahí estaba la criatura, destellando.

2. Página 113

Furioso por lo que hicieron con Kashiri, su padre, el sol, se estuvo quieto, quemándonos. [kashiri=luna]

3. Página 124

La luna vivía entre nosotros, casado con una machiguenga. Insaciable, sólo quería estar encima de ella. La preñó y nació el sol.

4. Página 125

Pero para que la luna no se sintiera solitaria, “Llévate una compañía, la que quieras”, le dijo su padre, el sol.


1. Σελίδα 114-115

“Χαζή γυναίκα”, είπε το φεγγάρι στην κοπέλα, “σου πέταξα λάσπη για να κάνεις ένα γιο”. […] Στο τέλος, κλαίγοντας, με μαχαίρι θα άνοιξε την κοιλιά της γυναίκας του. Εκεί βρισκότανε το μωρό, ακτινοβολώντας.

2. Σελίδα 115

Οργισμένος γι' αυτό που κάνανε στον Κασίρι, ο πατέρας του, ο ήλιος, στάθηκε σ' ένα μέρος και μας έκαιγε. [κασίρι=φεγγάρι]

3. Σελίδα 126

Το φεγγάρι ζούσε μαζί μας, παντρεμένος με μια γυναίκα Ματσιγκένγκα. Αχόρταγος, ήθελε μονάχα να είναι όλη την ώρα πάνω της. Τη γκάστρωσε και γεννήθηκε ο ήλιος.

4. Σελίδα 125

Όμως για να μη νιώθει μοναξιά το φεγγάρι, "Πάρε μια συντροφιά μαζί σου, όποια θέλεις", του είπε ο πατέρας του, ο ήλιος.

Στα σημεία αυτά ο ήλιος εμφανίζεται πότε ως γιος του φεγγαριού, πότε ως πατέρας του. Ήταν δυνατόν αυτό; Αν συνέβαινε σε διαφορετικές αφηγήσεις, σε ανεξάρτητα μεταξύ τους σημεία της αφήγησης, θα ήταν δικαιολογημένο. Εδώ όμως η αντίφαση εμφανιζόταν μέσα στη διήγηση του ίδιου μύθου, και ενώ στην πορεία του μύθου γενικά ο ήλιος παρουσιαζόταν ως γιος του φεγγαριού, σε ένα σημείο μόνο αναφερόταν ως πατέρας. Και αυτό συνέβαινε σε δύο διαδοχικούς μύθους.

Έγραψα σχετικά στον συγγραφέα στις 11 Νοεμβρίου, μέσω των εκδοτών. Ο χρόνος πίεζε, ήμασταν ήδη στις διορθώσεις. Η απάντηση ήρθε ευτυχώς εγκαίρως, στις 22 Νοεμβρίου. Όταν έφτασε τελειώναμε την επιμέλεια και έπρεπε να παρθεί μια απόφαση. Κατά την άποψή μου δεν ήταν ικανοποιητική, ομολογώ ότι περίμενα κάτι διαφορετικό, είτε τη διόρθωση της αντίφασης είτε μια πειστική ερμηνεία, και η συγκεκριμένη δεν με έπεισε. Παραθέτω και αφήνω στην κρίση σας:

La mitología machiguenga no tiene orden racional y coherente sino que está llena de contradicciones de modo que la Luna aparece a veces como hija del Sol y otras su padre (porque la luna, en machiguenga, es macsulina como en alemán) de tal manera que es preferible traducir como está en el libro, pese a las contradicciones.

Η μυθολογία Ματσιγκένγκα δεν έχει λογική και συνεπή διαδοχή, αντίθετα είναι γεμάτη αντιφάσεις, έτσι που η Σελήνη εμφανίζεται κάποιες φορές ως κόρη του Ήλιου και άλλες ως πατέρας του (διότι η Σελήνη στα ματσιγκένγκα είναι αρσενική, όπως και στα γερμανικά) επομένως είναι προτιμότερο να μεταφραστεί ως έχει στο βιβλίο, παρά τις αντιφάσεις.

Η απάντηση είναι σαφέστατη, και εννοείται ότι ακολούθησα την οδηγία του συγγραφέα. Ωστόσο αν υπήρχε χρόνος, θα ήθελα να στείλω και δεύτερη επιστολή επισημαίνοντας το γεγονός ότι η αντίφαση υπήρχε μέσα στον ίδιο μύθο, πράγμα αρκετά παράξενο ακόμη και για μια μυθολογία γεμάτη αντιφάσεις, όπως όλες οι μυθολογίες άλλωστε. Μήπως και στην ελληνική δεν έχουμε διάφορες εκδοχές των μύθων; Άλλο όμως οι διάφορες εκδοχές ενός μύθου, και άλλο να μιλάει ο ίδιος άνθρωπος διηγούμενος τον ίδιο μύθο, να λέει ένα πράγμα και μισό λεπτό αργότερα, μέσα στην ίδια πλοκή, να λέει το αντίθετο.

Δεν είμαι διόλου σίγουρη ότι έγινε κατανοητό αυτό, καθώς δεν το είχα επισημάνει στην πρώτη επιστολή μου, και δεν είχα τρόπο να βεβαιωθώ ότι ο Λιόσα το αντιλήφθηκε. Αν είδε απλώς το ερώτημα και δεν ανέτρεξε στις παραθέσεις στο βιβλίο για να δει όλο το κείμενο, είναι πολύ πιθανό ότι δεν το αντιλήφθηκε. Το βιβλίο είναι εικοσαετίας, επομένως είναι ακόμη πιθανότερο ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε γράψει. Έπρεπε να επιμείνω, έπρεπε να είμαι σαφέστερη.

Χρόνος ωστόσο δεν υπήρχε, και άφησα την αντίφαση ως είχε, αφού το συζήτησα φυσικά και με την επιμελήτρια.

Διαισθάνομαι όμως ότι δεν έπραξα σωστά. Πριν από λίγες εβδομάδες μια φίλη που διάβαζε το βιβλίο μου είπε σμίγοντας τα φρύδια: "Δε μου λες, τι γίνεται εδώ; Το φεγγάρι είναι γιος του ήλιου ή πατέρας του;" Γέλασα και της είπα ότι είχα μεγάλη περιέργεια να δω ποιοι θα προσέξουν την αντίφαση, αν υποθέσουμε ότι θα την προσέξουν κάποιοι, και πώς θα την αξιολογήσουν. Η δική της εκτίμηση ήταν ότι επρόκειτο για μεταφραστικό λάθος. Αν δεν της εξηγούσα εγώ όλο αυτό που εξήγησα και σ' εσάς, θα εξακολουθούσε να το νομίζει.

Φαίνεται λοιπόν ότι το αποτέλεσμα της υπερβολικής μου ευσυνειδησίας είναι να χρεώνομαι εγώ ως λάθος την επιλογή του Λιόσα. Αν το είχα σκεφτεί εγκαίρως, ίσως να είχα βάλει μια υποσημείωση στο κείμενο. Δεν το σκέφτηκα όμως και δεν το έκανα. Πόσα και πόσα δεν σκεφτόμαστε και δεν συνειδητοποιούμε εκ των υστέρων;

Ας μείνει λοιπόν η αλλόκοτη αυτή αντίθεση ως έχει, προς παραξενισμό των αναγνωστών. Ας γνωρίζουν όμως έστω όσοι τύχει να περάσουν από εδώ, ότι ήταν επιλογή του συγγραφέα και όχι λάθος του μεταφραστή.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Ύφος

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Υποσημειώσεις

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Λέξη, όνομα, τίτλος

Κάθε μετάφραση είναι ένα πολυεπίπεδο ταξίδι. Ταξίδι στον κόσμο της μυθοπλασίας του βιβλίου, ταξίδι στον εσωτερικό κόσμο του συγγραφέα, ταξίδι στον κόσμο που έζησε και έγραψε ο συγγραφέας, ταξίδι στη γλώσσα που χρησιμοποίησε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά.

Το ταξίδι μου με τον ιστορητή ήταν ιλιγγιώδες, μια σπειροειδής κατάβαση μέσα από έναν κόσμο άγνωστο, έναν κόσμο που ακόμη και σήμερα, μετά από τόση τριβή, παραμένει ένα μυστήριο που μόλις και κατάφερα να κρυφοκοιτάξω μέσα από τις φυλλωσιές πυκνών θάμνων ή ίσως μέσα από τις σχισμές μιας βαριάς κουρτίνας.

Οι λιγοστές λέξεις των ιθαγενών που σκόρπισε στο κείμενό του ο Λιόσα έμοιαζαν περισσότερο με μουσική υπόκρουση, κάτι σαν τον διάκοσμο ενός μαγαζιού με σουβενίρ που υποβάλλει το άρωμα ενός εξωτικού πολιτισμού, χωρίς στ' αλήθεια να μας φέρνει σ' επαφή μαζί του. Μαζί με αυτές είχα να αντιμετωπίσω και ένα σωρό λέξεις που χρησιμοποιούνται μόνο στο Περού, λέξεις που φέρνουν σε αμηχανία ακόμη και τον ισπανόφωνο αναγνώστη, λέξεις ασυνήθιστες ακόμη και μέσα στο ίδιο το Περού.

Το πρώτο δίλημμα που αντιμετώπισα, από την πρώτη κιόλας σελίδα, ήταν οι υποσημειώσεις. Να βάλω ή όχι; Στο κάτω μέρος της σελίδας ή στο τέλος του βιβλίου; Η υποσημείωση είναι μια ομολογία ήττας, όπως λέει ο Ουμπέρτο Έκο, και είναι αλήθεια: καταφεύγουμε στην υποσημείωση όταν δεν έχουμε βρει κανέναν άλλον τρόπο να βοηθήσουμε τον αναγνώστη να κατανοήσει το κείμενο με παρεμβάσεις μας εντός του ίδιου του κειμένου. Αντιπαθώ τις υποσημειώσεις και τις αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, που λένε. Η δήλωσή μου αυτή ίσως προκαλέσει ειρωνικά ανασηκώματα φρυδιού από τους αναγνώστες αυτού του βιβλίου, καθώς και ορισμένων άλλων βιβλίων που έχω μεταφράσει (όπως ο Κιθαρίστας, λόγου χάρη, ή οι Τρεις όμορφες Κουβανές). Πράγματι, ενώ από τη μία καταβάλω προσπάθεια να αποφύγω την υποσημείωση και να εντάξω στο κείμενο την όποια εξήγηση κρίνω ότι χρειάζεται για την κατανόηση, από την άλλη γεμίζω τα βιβλία με εεξηγηματικές υποσημειώσεις, οι οποίες για ορισμένους ίσως φαντάζουν περιττές.

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι οι υποσημειώσεις δεν αποτελούν κομμάτι της μετάφρασης, ούτε στο συγκεκριμένο βιβλίο ούτε σε άλλα που έχω μεταφράσει. Οι υποσημειώσεις είναι το δικό μου δώρο προς τον αναγνώστη, είναι πληροφορίες που ίσως του φανούν ενδιαφέρουσες, είναι απαντήσεις σε απορίες που ίσως του γεννηθούν. Είναι όλα εκείνα που αναζήτησα και βρήκα εγώ σαν αναγνώστης του βιβλίου, όλα εκείνα που έμαθα ικανοποιώντας την περιέργειά μου και θέλω να μοιραστώ με άλλους αναγνώστες.

Από μικρή λάτρευα τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Όταν ανακάλυψα την ύπαρξη της εγκυκλοπαίδειας, έγινα ευτυχής. Για κάθε απορία που μου γεννιόταν, μπορούσα να ανατρέξω στους μαγικούς της τόμους και να βρω απαντήσεις, μαθαίνοντας ένα σωρό πράγματα που δεν υποψιαζόμουν ότι υπήρχαν. Κάθε άγνωστη λέξη μου δημιουργεί μια αναστάτωση, μια ανησυχία, που καταλαγιάζει μόνο όταν έχω βρει το νόημά της. Δεν είναι διόλου αναγκαίο να γνωρίζει κανείς ότι το φίδι γιακουμάμα ταυτίζεται με το ανακόντα για να απολαύσει το μυθιστόρημα. Ίσως μάλιστα να το απολαμβάνει περισσότερο μένοντας με την αίσθηση μιας άγνωστης, μαγικής, εξωτικής λέξης, ενός άγνωστου πλάσματος από έναν κόσμο σχεδόν μυθικό. Όμως πόση χαρά, πόση ικανοποίηση όταν ανακαλύπτει ότι ο μυθικός κόσμος συνδέεται υπόγεια με τον πραγματικό, ότι η πραγματικότητα μπορεί να γίνει μύθος μέσα από την τέχνη, χωρίς να πάψει να είναι πραγματικότητα!

Ίσως υπερβάλλω, αλλά εγώ προσωπικά νιώθω μεγάλη ικανοποίηση γνωρίζοντας ότι το σαχίνο και το ουανγκάνα είναι δύο είδη πεκάρι και ότι το πεκάρι συγγενεύει με τον αγριόχοιρο, ότι το ρονσόκο είναι το ίδιο με το καπιβάρα (λέξη γνωστή σε αρκετούς έλληνες αναγνώστες πλέον), ότι το δέντρο κάποκ λέγεται και σέιβα (λέξη που εμφανίζεται σε αρκετές μεταφράσεις λατινοαμερικανών συγγραφέων), ότι η λέξη βιρακότσα προέρχεται από τον αρχαίο θεό των Ίνκα (κάτι που για έναν περουβιανό ίσως δεν χρειάζεται διευκρίνιση, αλλά για οποιονδήποτε άλλον μάλλον χρειάζεται), ότι το Θερινό Ινστιτούτο Γλωσσολογίας, οι γλωσσολόγοι-ιεραπόστολοι, οι δομηνικανοί μοναχοί και οι εξερευνητές που αναφέρονται είναι πραγματικά πρόσωπα (σε αντίθεση με τον Σαούλ που είναι επινοημένος). Μου αρέσει ακόμη να ξέρω τι ακριβώς είναι η τσιτσάρα-ματσάκουι, ένα έντομο τερατόμορφο και τρομακτικό αλλά κατά βάθος ακίνδυνο, ένα πλάσμα που λόγω της φρικτής του εμφάνισης όλοι θεωρούν δηλητηριώδες ενώ στην πραγματικότητα είναι αβλαβές, γιατί γνωρίζοντάς το είμαι σε θέση να εκτιμήσω καλύτερα την σύνδεση με τη Μεταμόρφωση του Κάφκα και με την απωθητική εμφάνιση του καλόψυχου Σαούλ. Όλα αυτά εμένα μου δίνουν πλούτο και χαρά, τη χαρά της γνώσης, την αίσθηση ότι διαλύονται για λίγο τα πέπλα του μυστηρίου που καλύπτουν τον άγνωστο αυτό κόσμο, ότι μπορώ για μια στιγμή να διεισδύσω βαθύτερα στο νόημα της ιστορίας. Είναι όμως ολοφάνερο ότι δεν προσφέρουν τίποτε από λογοτεχνικής άποψης στο κείμενο.

Με άλλα λόγια, το κείμενο μπορεί να σταθεί θαυμάσια και χωρίς αυτά. Μάλιστα χωρίς αυτά η μετάφραση θα είναι πολύ πιο πιστή - για την ακρίβεια, μόνο χωρίς αυτά θα είναι πιστή. Κι εδώ οφείλω να ομολογήσω την προδοσία μου - τη μοναδική προδοσία μου: ενώ ο Λιόσα αφήνει το κείμενό του γεμάτο από αναφορές που γεννούν απορίες ακόμη και στον ισπανόφωνο αναγνώστη, χωρίς να του παρέχει κανέναν μίτο για να προσανατολιστεί στο λαβύρινθο αυτό, εγώ επιλέγω να παρέχω ένα χάρτη, μια πυξίδα, ένα ραβδί για να στηρίζεται στα μονοπάτια της δαιδαλώδους ζούγκλας.

Οι αρχικές υποσημειώσεις μου ήταν πολύ περισσότερες από όσες δημοσιεύθηκαν. Όταν παρέδωσα το κείμενο, ξεκαθάρισα ότι δεν αξίωνα να δημοσιευθούν. Τις είχα ετοιμάσει για δική μου ικανοποίηση, όπως είχα κάνει και την καθαυτό μετάφραση άλλωστε. Τις έθεσα στη διάθεση του εκδότη για να κρίνει και να αποφασίσει αν ήθελε να τις δημοσιεύσει ή όχι. Αποφασίστηκε να δημοσιευτούν ορισμένες, όχι όλες, και σε συνεννόηση με την επιμελήτρια κάναμε ένα γερό ξεσκαρτάρισμα και περιορίσαμε την έκταση εκείνων που έμειναν.

Ενόσω μετέφραζα, πρόσθετα τις υποσημειώσεις εντός του κειμένου, στο κάτω μέρος της σελίδας (τι υποσημειώσεις θα ήταν άλλωστε αν δεν βρίσκονταν υπό του κειμένου;). Μου ήταν πιο εύκολο να τις παρακολουθώ έτσι, και σκεφτόμουν ότι στο σημείο αυτό θα ήταν πιο εύχρηστες για τον αναγνώστη. Από την άλλη όμως οι σημειώσεις εντός του κειμένου πάντοτε με ενοχλούσαν οπτικά. Εκείνος ο αστερίσκος ή ο υπερυψωμένος αριθμός σπάνε τη ροή του κειμένου, σε αναγκάζουν να κάνεις μια παύση, οσοδήποτε ελαφριά, για να αποφασίσεις αν θα διαβάσεις ή όχι την επεξήγηση που ακολουθεί. Ακόμη κι αν αποφασίσεις σε κλάσμα δευτερολέπτου να την προσπεράσεις, το κακό έχει γίνει: ο ειρμός έχει σπάσει. Και αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα με τίποτε να συμβεί. Επιπλέον, είχα δει σε άλλα βιβλία των εκδόσεων Καστανιώτη τις σημειώσεις σε παράρτημα (μεταξύ άλλων και στο Πράσινο σπίτι, που επιπλέον ήταν του Λιόσα). Μετά από πάρα πολύ προβληματισμό, στη διάρκεια των τελευταίων διορθώσεων, αποφάσισα να αφαιρέσω τις υποσημειώσεις από το κείμενο και να τις βάλω σε ένα παράρτημα στο τέλος του βιβλίου, ώστε να λειτουργήσουν μάλλον σαν γλωσσάρι και εγκυκλοπαίδεια παρά σαν διευκρινίσεις.

Το βιβλίο παραδόθηκε με αυτή τη μορφή, με το παράρτημα, και χωρίς σημειώσεις εντός. Όταν όμως επικοινώνησε μαζί μου η επιμελήτρια για να δούμε το θέμα των σημειώσεων, με ενημέρωσε ότι ήδη είχε αποφασιστεί να μπουν οι σημειώσεις εντός του κειμένου, για διευκόλυνση του αναγνώστη. Δεν μπορώ παρά να επικροτήσω αυτήν την απόφαση: είναι γεγονός ότι ως αναγνώστης προτιμώ να έχω τη σημείωση άμεσα διαθέσιμη ενώ διαβάζω, παρά να χρειάζεται να ανατρέχω κάθε λίγο στο τέλος του βιβλίου ή να τη διαβάσω όταν θα το έχω πια τελειώσει και δεν θα θυμάμαι καλά καλά σε τι αναφέρεται.

Οι σημειώσεις μου λοιπόν επέστρεψαν στη βάση τους, αρκετά λιγότερες και μικρότερες σε έκταση, και επομένως πολύ πιο λειτουργικές, αν θεωρήσουμε ότι ο σκοπός τους ήταν η επεξήγηση. Τα σχόλια των αναγνωστών μέχρις στιγμής ήταν θετικά: το γεγονός ότι υπήρχαν επεξηγήσεις άρεσε, τουλάχιστον σε όλους εκείνους με τους οποίους έχω μιλήσει ως τώρα για το θέμα.

Ο κύβος ερρίφθη, οι σημειώσεις μπήκαν. Στη δική σας κρίση αν μπήκαν σωστά.

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Αντιφάσεις

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.