Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Mεταφραστικές επιλογές

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Ύφος

Ξεκίνησα στην προηγούμενη ανάρτηση να μιλάω για την συνειδητή, διανοητική επεξεργασία του κειμένου, που έρχεται μετά από την φάση της εξοικείωσης και της μελέτης και που κινείται παράλληλα με την έμπνευση. Η μετάφραση, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι απλή αντιστοίχιση λέξεων ή έστω τυποποιημένων φράσεων, διαφορετικά θα αρκούμασταν σε ένα λεξικό και σε ένα πρόγραμμα αυτόματης μετάφρασης. Η μετάφραση είναι μετουσίωση ενός κειμένου, και στην πορεία αυτής της μετουσίωσης ο μεταφραστής βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με αναρίθμητες επιλογές. Δουλειά του είναι να εντοπίσει τις εναλλακτικές λύσεις και να τις αξιολογήσει έτσι ώστε η αίσθηση που αφήνει στον αναγνώστη το μετάφρασμα να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερη στην αίσθηση που αφήνει και το πρωτότυπο.

Στην πορεία της μετάφρασης του Ιστορητή βρέθηκα κι εγώ αντιμέτωπη με πολλές επιλογές που με προβλημάτισαν.

Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες λέξεις και φράσεις που επαναλαμβάνονται στο κείμενο σαν ένα είδος leitmotif. Λόγου χάρη οι λέξεις antes και después (άλλοτε και ύστερα), που αποδίδουν την αόριστη αίσθητη του χρόνου των Ματσιγκένγκα, το quizás και πιο συχνά το tal vez (ίσως ), και η φράση-ρεφραίν eso es, al menos, lo que yo he sabido (αυτό τουλάχιστον έμαθα εγώ).
Πειραματίστηκα με διάφορες εκδοχές μέχρι να καταλήξω στην τελική, την οποία επέλεξα κυρίως με αισθητικό ή συναισθηματικό αν θέλετε κριτήριο, δηλαδή με το "πώς ακούγονταν" όχι μόνο από την άποψη της ηχητικής αρμονίας, αλλά και από την άποψη της εντύπωσης και των συνειρμών που δημιουργούν. Το "πριν" και "μετά" λόγου χάρη θυμίζει μάλλον διαφήμιση κέντρου αδυνατίσματος, σε αντίθεση με το "άλλοτε" και "ύστερα" που είναι πιο ποιητικά και πιο αόριστα χρονικά, μια και δεν τοποθετούνται σε απευθείας σχέση με καποιο συγκεκριμένο γεγονός, αλλά γενικώς και αορίστως σε σχέση με το παρόν, μια έννοια κατά βάθος πολύ πιο ασαφή απ' όσο νομίζουμε, μια που το παρόν μπορεί να είναι σήμερα αλλά μπορεί να είναι και αυτός ο μήνας ή ακόμα και η φετινή χρονιά, και μπορεί να εκτείνεται λίγο ή πολύ πίσω στο παρελθόν ή μπροστά στο μέλλον, ανάλογα με το τι θέλουμε να πούμε.

Υπήρχαν ακόμη αρκετές λέξεις που εμφανίζονταν συχνά στο κείμενο, καθώς λέξεις που και είχαν κάποια βαρύτητα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η απόδοσή τους έπρεπε να προσεχθεί για να δώσει κατά το δυνατόν την ίδια εντύπωση και στη μετάφραση. Τέτοιες ήταν οι λέξεις sabiduría, daño, corrupto και corromper, cocimiento, cacique και curaca, chacra, collpa, canoa, hierbero.

Sabiduría μπορεί να σημαίνει σοφία ή γνώση, και ομολογώ ότι αμφιταλαντεύτηκα πολύ ανάμεσα στα δύο. Με προβλημάτισε επιπλέον το γεγονός ότι η φράση-ρεφραίν του ιστορητή, το "eso es, al menos, lo que yo he sabido", περιέχει τη μετοχή του ρήματος saber (γνωρίζω, μαθαίνω) που έχει την ίδια ρίζα με το sabiduría (αλλά και με το sabio, που σημαίνει σοφός). Ο πειρασμός να μιλήσω για τη σοφία των μάγων και των παραδόσεων ήταν μεγάλος. Πραγματικά, έμοιαζε να είναι η πιο ενδεδειγμένη και κλασσική θα έλεγε κανείς λύση. Ωστόσο, ενταγμένο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αφήγησης, στο στόμα του πρωτόγονου ιστορητή των ιθαγενών, κάποιες φορές ακουγόταν προσποιητή και παράταιρη. Ορισμένες φορές πάλι τα συμφραζόμενα την έκαναν να μοιάζει βαρύγδουπη και εκτός τόπου: όταν μιλάμε για την πληροφορία των ιδιοτήτων ενός φαρμακευτικού φυτού, η έννοια της γνώσης μου φαινόταν πιο ταιριαστή από την έννοια της σοφίας. Άλλωστε, η σοφία των αρχαίων λαών τι άλλο είναι αν όχι συσσωρευμένη γνώση ή απόσταγμα γνώσης?
Τελικά, μετά από πολλή περίσκεψη, κατέληξα ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά επιπλέον (και κυρίως) επειδή "μου ακουγόταν καλύτερα", η sabiduría θα έπρεπε να είναι γνώση, και το saber (he sabido) θα έπρεπε να είναι μαθαίνω (έμαθα).

Η λέξη collpa δεν αποδίδεται επακριβώς στα ελληνικά. Είναι ένας τόπος όπου το έδαφος περιέχει αρκετό νερό και τα ζώα πηγαίνουν να γλείψουν το νοτερό χώμα για να πάρουν την υγρασία του αλλά και το αλάτι που περιέχει. Για τα πλάσματα της ζούγκλας είναι ζωτικής σημασίας και είναι κάτι οικείο, κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Ήθελα η ελληνική απόδοση να δίνει την ίδια αίσθηση, γι' αυτό απέκλεισα τις περιφραστικές και περιγραφικές αποδόσεις. Έπρεπε να είναι κάτι οικείο και άμεσα κατανοητό, που να δίνει την ίδια αίσθηση της ανάγκης. Φυσικά έπρεπε να εκφράζει το γεγονός ότι περιέχει (τουλάχιστον) νερό, αλλά ότι η ποσότητα του νερού είναι μικρή και κυμαινόμενη. Η μόνη λέξη που κάλυπτε όλες τις προϋποθέσεις ήταν ο νερόλακος (λέξη που χρησιμοποιείται επίσης για να αποδώσει το waterhole, τους τόπους όπου πίνουν νερό τα ζώα της αφρικανικής σαβάνας).
Έχασα έτσι την ιδιαιτερότητα της λέξης collpa, μιας λέξης ασυνήθιστης στα ισπανικά που δεν υπάρχει καν στα λεξικά και δίνει εξωτική εντύπωση στον ισπανόφωνο αναγνώστη (ακόμη και σε μια μερίδα των ίδιων των Περουβιανών) μεταφέροντας το άρωμα της ζούγκλας, αλλά κράτησα την αίσθηση της οικειότητας, της καθημερινότητας και της ανάγκης, που έκρινα πιο σημαντικές.

Αντίστοιχη ιστορία έχει και η λέξη chacra, λέξη της Νότιας Αμερικής που προέρχεται από τη γλώσσα Κέτσουα και σημαίνει κτήμα, χωράφι. Και πάλι επέλεξα να την πω απλώς χωράφι, λέξη της καθημερινότητας ενός αγρότη, χωρίς να αναζητήσω κάτι πιο εξωτικό και ιδιαίτερο.

Η λέξη canoa σημαίνει βέβαια κανώ. Έλα όμως που το κανώ έχει συνδεθεί στις μέρες μας με τα σύγχρονα ελαφρά σκάφη που χρησιμεύουν για το γνωστό άθλημα, και δεν έχει τίποτε το εξωτικό πια; Αντίθετα η λέξη πιρόγα περιγράφει θαυμάσια τον συγκεκριμένο τύπο σκάφους, και φέρνει αμέσως συνειρμικά την εικόνα μνελαψών ιθαγενών και ενός ποταμού με πυκνή τροπική βλάστηση (άλλωστε η πιρόγα προέρχεται από τη λέξη piragua, η οποία αναφέρεται σε σκάφος όμοιο με το κανώ αλλά λίγο μεγαλύτερο).

Το cocimiento με ταλαιπώρησε αρκετά, και ομολογώ ότι δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένη με την επιλογή μου. Διάλεξα τη λέξη μαντζούνι, ένα λαϊκό γιατροσόφι με μορφή αφεψήματος από βότανα, όπως ακριβώς και το αφέψημα των ιθαγενών μάγων. Η λέξη cocimiento δεν έχει βέβαια την ίδια λαϊκή συνυποδήλωση, το ίδιο το παρασκεύασμα όμως κατά τη γνώμη μου την έχει.

Η λέξη cacique προέρχεται από την Καραϊβική και χρησιμοποιείται ευρέως στη Νότιο Αμερική για να δηλώσει είτε έναν φύλαρχο, είτε κάποιο πρόσωπο με πολιτική επιρροή σε μικρές ομάδες ή περιοχές (μερικές φορές έχει και αρνητικές συνυποδηλώσεις, στη δική μας περίπτωση όμως δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα). Είναι μια λέξη με ιδιαίτερη χροιά, η οποία χάνεται στη μετάφραση. Ο Φώτης Κόντογλου την έχει αποδώσει "κασίκης" σε κάποιο κείμενό του. Μετά από πολλή σκέψη, ωστόσο, αποφάσισα ότι το φύλαρχος κάλυπτε επαρκώς το νόημα που έπρεπε να αποδοθεί, εξασφαλίζοντας την την απρόσκοπτη κατανόηση και την ομαλή ροή του κειμένου, έστω και με το τίμημα της απώλειας της γεύσης του Αμαζονίου (γιατί φύλαρχοι υπάρχουν βέβαια και σε άλλες ηπείρους).
Σε ένα σημείο του κειμένου, στο κεφάλαιο VI, εκεί που περιγράφεται η επίσκεψη στα χωριά Νέο Φως και Νέος Κόσμος, χρησιμοποιείται η λέξη curaca, που δηλώνει τον αρχηγό της κοινότητας. Προτίμησα να τη μεταφράσω κι αυτήν φύλαρχος, χωρίς διευκρινίσεις και χωρίς υποσημειώσεις, κρίνοντας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ελαφριά διαφορά στη σημασία των δύο λέξεων δεν έπαιζε ρόλο ούτε στην κατανόηση ούτε στο ύφος του κειμένου.

Είμαι πολύ ευχαριστημένη με την απόδοση του corromper ως μαγαρίζω και του corrupto ως μαγαρισμένος. Μου πήρε κάμποση σκέψη και προβληματισμό, κάμποσο παιχνίδι με λέξεις και πειραματισμό, ώσπου να καταλήξω στη λέξη αυτή. Είμαι σίγουρη όμως ότι δίνει ακριβώς αυτό που ήθελε να δώσει ο συγγραφέας: την πτώση, το μίασμα, το στίγμα , την απώλεια της αθωότητας (κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα έδινε η κυριολεκτική μετάφραση της λέξης, το "διαφθείρω").

Ίσως η λέξη που περισσότερο με παίδεψε να ήταν το hierbero. Χρησιμοποιείται στο Μεξικό και στην Κούβα για να δηλώσει τον πρακτικό γιατρό που χρησιμοποιεί βότανα.
Όσο εύκολο είναι να αντιληφθεί κανείς το νόημά της τόσο δύσκολο είναι να τη μεταφράσει. Βοτανολόγος δεν θα μπορούσε να είναι, όχι εφόσον μιλάμε για έναν πρωτόγονο ιθαγενή. Αν ήταν γυναίκα, ίσως να την έλεγα γιάτρισσα, αλλά για άντρα δεν έβρισκα κάτι αντίστοιχο. Ενώ είχα την αίσθηση ότι υπήρχε ή ότι έπρεπε να υπάρχει μια λέξη που να αποδίδει αυτό που ήθελα, δεν μπορούσα να την εντοπίσω. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, έξαψα σε ίντερνετ, σε εγκυκλοπαίδειες, σε λεξικά, ρώτησα φίλους και συναδέλφους - τίποτα.
Έτσι κατέληξα στη λεξιπλασία, δημιουργώντας τη λέξη βοτανοτρίφτης.
Άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε κάνει κάτι αντίστοιχο με τη συγκεκριμένη λέξη, όπως και με τη λέξη hablador που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα. Μπορεί να μην είχε πλάσει τις λέξεις, αλλά τους είχε αποδώσει ένα νόημα που προηγουμένως δεν είχαν και τις είχε τοποθετήσει σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για λεξιπλασία, μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για λεξιμετάλλαξη.

Αξίζει ίσως ν' αναφερθώ εδώ σε κάποιες αλλαγές που έκανα, αφανείς στον αναγνώστη της μετάφρασης και εμφανείς μόνο σε όποιον διαβάσει παράλληλα και το πρωτότυπο. Για παράδειγμα το trompetero, ένα πουλί που δεν έχει όνομα στα ελληνικά ούτε σε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα, προτίμησα να το αποδώσω τσακάμι (chakami), όπως ονομάζεται στη γλώσσα των Ματσιγκένγκα. Αφού έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να μεταγράψω από μια ξένη γλώσσα και το αποτέλεσμα θα ήταν μια ακατανόητη για τον αναγνώστη λέξη, θεώρησα προτιμότερο η λέξη αυτή να ανήκει στη γλώσσα των ιθαγενών, μια που όλη η ιστορία εκτυλίσσεται στον δικό τους κόσμο και μας μεταφέρεται από το στόμα ενός δικού τους ανθρώπου, παρά στην ισπανική, που αποτελεί απλώς το όχημα του συγγραφέα για να επικοινωνήσει μαζί μας.

Καθώς διάβαζα το κείμενο και ζύγιζα τις επιλογές μου, είχα πάντα κατά νου το γεγονός ότι τα ισπανικά του Περού (και της Νότιας Αμερικής γενικά) μπορεί να φαντάζουν κάπως εξωτικά σε έναν Ισπανό (και σε κάποιον που έχει μάθει τη γλώσσα όπως αυτή μιλιέται στην Ισπανία), αλλά προφανώς δεν είναι διόλου εξωτικά για έναν Περουβιανό: για εκείνον είναι η γλώσσα της καθημερινότητάς του. Έπρεπε λοιπόν να θυμάμαι ότι δεν μετέφραζα από τα ισπανικά αλλά από τα περουβιανά και να επιλέγω αντίστοιχα. Το σκεπτικό αυτό, ωστόσο, δεν έπρεπε να με παρασύρει σε βαθμό που να αντιπαρέλθω το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κείμενο είχε όντως εξωτική χροιά, ακόμη και για τους Περουβιανούς, επειδή ακριβώς ο συγγραφέας το είχε θελήσει έτσι. Χρειαζόταν επομένως να εντοπίζω και να διατηρώ πάντα την ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς παράγοντες.

Έβαλα τα δυνατά μου να το πετύχω κι αισθάνομαι αρκετά ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Μακάρι οι αναγνώστες να νιώσουν την ίδια ικανοποίηση διαβάζοντάς το.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Παράρτημα: βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Ύφος

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Αντιφάσεις

Tο ύφος ίσως να είναι το χαρακτηριστικό ενός κειμένου που δυσκολότερα μπορεί να περιγραφεί και κατά συνέπεια να μεταφραστεί, να αποδοθεί δηλαδή με μια άλλη γλώσσα. Στην πραγματικότητα, έχω την φρικτή υποψία - για να μην πω βεβαιότητα - ότι το ύφος δεν μεταφράζεται. Αυτή η σκέψη όμως μπορεί να μας οδηγήσει σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από το αν η μετάφραση είναι στην ουσία εφικτή ή όχι, συζήτηση που ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας ανάρτησης και που έχει ήδη απασχολήσει κατά κόρον λογίους και ακαδημαϊκούς.

Το κείμενο του Λιόσα, όπως κάθε κείμενο, είχε το προσωπικό του ύφος, και ήταν δική μου δουλειά να το αποδώσω στα ελληνικά. Το συγκεκριμένο βιβλίο όμως διέφερε αρκετά από τα άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα.
Ο Λιόσα μας έχει συνηθίσει σε ένα πολύ ιδιαίτερο δικό του ύφος που ανέπτυξε ιδιαίτερα στο Πράσινο σπίτι, στο Ο Πανταλεόν και οι επισκέπτριες, στη Γιορτή του τράγου, στην πρώτη του μεγάλη επιτυχία Η πόλη και τα σκυλιά, και αλλού. Το ύφος αυτό χαρακτηρίζεται από συγκεκομμένες προτάσεις και αλληλοεμπλεκόμενους διαλόγους, συνυφασμένα και συνδυασμένα με τέτοιον τρόπο που να έχει κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί ταυτόχρονα τρεις ή περισσότερες ιστορίες να εξελίσσονται μπροστά του σε ισάριθμες οθόνες, και όσο ο ρυθμός εντείνεται τόσο οι φράσεις γίνονται πιο σύντομες, πιο συντετμημένες, πιο αποσπασματικές, ώσπου νιώθουμε ίλιγγο από τη διαρκή εναλλαγή των ιστοριών.
Ένα άλλο τυπικό ύφος του Λιόσα είναι αυτό που χρησιμοποιεί στα ερωτικά του μυθιστορήματα, όπως είναι το Μητριάς εγκώμιο και τα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Πρόκειται για ένα ανάλαφρο, παιχνιδιάρικο τόνο, που φέρνει στο νου ερωτικά κείμενα του δεκάτου ενάτου αιώνος ή περιπέτειες του Καζανόβα. Οι ερωτικές περιγραφές είναι αισθησιακές χωρίς να γίνονται ποτέ χυδαίες, περιγραφικές χωρίς να εκπίπτουν σε μάθημα ανατομίας, υπαινικτικές χωρίς να γίνονται ψευδοσεμνότυφες.
Σε άλλα βιβλία του, όπως το Ο παράδεισος στην άλλη γωνία και το πρόσφατο Όνειρο του κέλτη χρησιμοποιεί την κλασσική τεχνική των παράλληλων αφηγήσεων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και από την οπτική γωνία διαφορετικών προσώπων. Εννοείται ότι σε κάθε βιβλίο συνδυάζει τα διάφορα στυλ, τα παραλλάσσει και τα διαφοροποιεί.

Στον Ιστορητή, όμως, δημιουργεί ένα ύφος καινούριο, ξεχωριστό, αποκλειστικά για τις ανάγκες αυτής της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, έχουμε δύο διαφορετικά στυλ: ένα για τον "πολιτισμένο", εξευρωπαϊσμένο, δυτικότροπο αφηγητή, που είναι ο ίδιος ο Λιόσα, και ένα για τον "πρωτόγονο", άγριο ιθαγενή, που αφηγείται τις ιστορίες του κόσμου του. Το πρώτο θυμίζει ημερολόγιο ή ακόμη και χρονογράφημα σε κάποια σημεία και δίνει την εντύπωση μιας προσωπικής αφήγησης σύγχρονου ανθρώπου χωρίς μεγάλες λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Το δεύτερο είναι τελείως διαφορετικό: σύνταξη, γραμματική, λεξιλόγιο, όλα είναι ανοίκεια, όλα δίνουν ένα ρυθμό και μια μελωδία ξένη στα αυτιά μας, κυματιστή και κομματιαστή, διαφορετική από οτιδήποτε έχουμε συνηθίσει. Δίχως να θέλω διόλου να υποτιμήσω τη σημασία αλλά και τις δυσκολίες του πρώτου στυλ (γιατί συχνά το φαινομενικά οικείο μας ξεγελά και δεν του δίνουμε την πρέπουσα σημασία), αυτό που περισσότερο με απασχόλησε και με προβλημάτισε ήταν το δεύτερο.

Πώς να μιλήσεις με τη φωνή ενός ανθρώπου της νεολιθικής εποχής? Πώς να αποδώσεις τον τρόπο ενός πολιτισμού τόσο ξένου? Πώς να μπεις στο πετσί μιας κουλτούρας τόσο μακρινής, όχι μόνο στον χώρο αλλά και στον χρόνο?
Στην πραγματικότητα, αντιμετώπιζα με τη σειρά μου το ίδιο πρόβλημα που είχε αντιμετωπίσει κατά ομολογία του και ο ίδιος ο Λιόσα: "Πώς μπορούσα να γράψω μια ιστορία για τους ιστορητές χωρίς να γνωρίζω ούτε στο περίπου τις πεποιθήσεις, τους μύθους, τις συνήθειες, την ιστορία τους; [...] Είχα μουτζουρώσει τετράδια και είχα περάσει ώρες στην πλατεία του Τροκαντερό, στη βιβλιοθήκη και στις βιτρίνες του Μουσείου του Ανθρώπου, προσπαθώνατς να τους καταλάβω και να τους πλησιάσω, αλλά μάταια. Επινοημένες καθώς ήταν από μένα, οι φωνές των ιστορητών ακούγονταν παράτονες." Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες, κεφάλαιο IV, σελ. 105-106).
Δεν αρκούσε λοιπόν να διαβάσω το πρωτότυπο του Λιόσα. Έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να βρω το πρωτότυπο του ίδιου του ιστορητή. Έπρεπε να ακούσω τη φωνή των Ματσιγκένγκα.
Πώς όμως να το κάνω αυτό? Με δεδομένο το υψηλό κόστος των εισιτηρίων για την Αμαζονία και τις δυσκολίες ενός ταξιδιού στη ζούγκλα, κατέφυγα κι εγώ, όπως και ο Λιόσα, στη βιβλιογραφία. Έχοντας στη διάθεσή μου ένα εργαλείο όπως το διαδίκτυο, το πράγμα ήταν ευτυχώς σχετικά εύκολο. Συγκέντρωσα ό,τι κείμενα μπορούσα να βρω για εκείνους, μεταξύ άλλων και τα γραπτά των δομηνικανών ιεραπόστολων καθώς και το λεξικό των Βαπτιστών γλωσσολόγων και που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Σε ορισμένα κείμενα υπήρχαν καταγεγραμμένοι αυτολεξεί ορισμένοι μύθοι των Ματσιγκένγκα (τους οποίους σκοπεύω να μεταφράσω και να παραθέσω σε επόμενη ανάρτηση) και σε κάποιες ιστοσελίδες υπήρχαν ηχογραφημένα αποσπάσματα από τη μετάφραση της Βίβλου των Βαπτιστών ιεραποστόλων, με τη φωνή των Ματσιγκένγκα.
Άκουσα και ξανάκουσα αυτά τα αποσπάσματα, προσπαθώντας όχι μόνο να πιάσω τη σωστή προφορά των λέξεων (γιατί οι λέξεις της γλώσσας Ματσιγκένγκα ήταν γραμμένες διαφορετικά στο βιβλίο του Λιόσα και διαφορετικά στο λεξικό της κυρίας Σνελ, με αποτέλεσμα να μπω σε δίλημμα για τη μεταγραφή τους), αλλά να πιάσω το ρυθμό και τη μουσική της γλώσσας, να πιάσω κάτι από το αδιόρατο πνεύμα αυτού του μακρινού λαού.

Όλα αυτά, για μένα, είναι αναγκαία προετοιμασία για μια μετάφραση. Η κατάδυση στον κόσμο του κειμένου προϋποθέτει εμβάθυνση σε όλα τα στοιχεία που τον απαρτίζουν. Διαβάζεις ένα κείμενο ξανά και ξανά, το αφήνεις να σε διαποτίσει, το παρατάς και το ξαναπιάνεις, στρέφεις για λίγο την προσοχή σου σε άλλα θέματα, και κάποια μέρα κάθεσαι στον υπολογιστή, ανοίγεις το βιβλίο και γράφεις, γράφεις, και είναι σα να μη γράφεις εσύ, σάμπως τα δάχτυλά σου να γνωρίζουν από μόνα τους τι πρέπει να γράψουν, λες και κάποιο άγνωστο πνεύμα σε έχει καταλάβει και σου υπαγορεύει το κείμενο. Είναι κάπως σα ν' αφήνεσαι να λικνιστείς στο ρυθμό μιας μελωδίας που σε ξεσηκώνει, ή στο ρυθμό μιας ερωτικής περίπτυξης. Ακολουθείς να βήματα του καβαλιέρου σου, συντονίζεις τις κινήσεις σου με εκείνες του εραστή σου, και το κείμενο ρέει, ρέει ασταμάτητα και πρέπει μόνο να προσέξεις να μη σταματήσεις, να μην κοιτάξεις κάτω, γιατί βαδίζεις πάνω σε τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας, και το μόνο που σε σώζει είναι να προχωρείς σταθερά μπροστά.

Φυσικά αυτό δεν σε απαλλάσσει από την επεξεργασία του κειμένου: μπορεί να μεταφράζω έτσι, αλλά μετά ξαναδιαβάζω, και ξαναδιαβάζω, και σβήνω και ξαναγράφω, σε βαθμό που το αρχικό κείμενο, καρπός της έμπνευσης ή της έκστασης αν θέλετε, να γίνεται πολλές φορές αγνώριστο. Και όμως δεν θα μπορούσα να κάνω το ένα δίχως το άλλο: χρειάζομαι και το ανεξέλεγκτο εκστατικό ταξίδι, και την προσγειωμένη ορθολογιστική κατεργασία.

Αλλά γι' αυτό θα μιλήσω στην επόμενη ανάρτηση:

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Mεταφραστικές επιλογές

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Αντιφάσεις

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Υποσημειώσεις

Ένα άλλο δίλημμα με το οποίο βρέθηκα αντιμέτωπη ήταν οι αντιφάσεις του κειμένου. Ουσιαστικά η αντίφαση ήταν μία, αλλά εμφανιζόταν σε δύο σημεία. Ήταν εσκεμμένη ή όχι; Έπρεπε να την διατηρήσω ή όχι; Το ένστικτό μου μού έλεγε να τη διορθώσω, αλλά το δόγμα του αόρατου μεταφραστή επέβαλε να το διατηρήσω (εφόσον πρόκειται για λογοτεχνία και όχι για ένα τεχνικό κείμενο). Δεδομένου ότι ο συγγραφέας είναι ακόμη εν ζωή, σκέφτηκα ότι το καλύτερο ήταν να ρωτήσω τον ίδιο.

Ποια ήταν όμως η αντίφαση; Την παραθέτω, πρώτα στα ισπανικά (η αρίθμηση σελίδων αναφέρεται στην έκδοση Seix Barral 1987) και μετά στα ελληνικά:

1. Página 112-113

“Mujer tonta”, le decía la luna a la joven, “te eché barro para que tengas un hijo”. […] Al fin, llorando, con un cuchillo abriría el vientre de su mujer. Ahí estaba la criatura, destellando.

2. Página 113

Furioso por lo que hicieron con Kashiri, su padre, el sol, se estuvo quieto, quemándonos. [kashiri=luna]

3. Página 124

La luna vivía entre nosotros, casado con una machiguenga. Insaciable, sólo quería estar encima de ella. La preñó y nació el sol.

4. Página 125

Pero para que la luna no se sintiera solitaria, “Llévate una compañía, la que quieras”, le dijo su padre, el sol.


1. Σελίδα 114-115

“Χαζή γυναίκα”, είπε το φεγγάρι στην κοπέλα, “σου πέταξα λάσπη για να κάνεις ένα γιο”. […] Στο τέλος, κλαίγοντας, με μαχαίρι θα άνοιξε την κοιλιά της γυναίκας του. Εκεί βρισκότανε το μωρό, ακτινοβολώντας.

2. Σελίδα 115

Οργισμένος γι' αυτό που κάνανε στον Κασίρι, ο πατέρας του, ο ήλιος, στάθηκε σ' ένα μέρος και μας έκαιγε. [κασίρι=φεγγάρι]

3. Σελίδα 126

Το φεγγάρι ζούσε μαζί μας, παντρεμένος με μια γυναίκα Ματσιγκένγκα. Αχόρταγος, ήθελε μονάχα να είναι όλη την ώρα πάνω της. Τη γκάστρωσε και γεννήθηκε ο ήλιος.

4. Σελίδα 125

Όμως για να μη νιώθει μοναξιά το φεγγάρι, "Πάρε μια συντροφιά μαζί σου, όποια θέλεις", του είπε ο πατέρας του, ο ήλιος.

Στα σημεία αυτά ο ήλιος εμφανίζεται πότε ως γιος του φεγγαριού, πότε ως πατέρας του. Ήταν δυνατόν αυτό; Αν συνέβαινε σε διαφορετικές αφηγήσεις, σε ανεξάρτητα μεταξύ τους σημεία της αφήγησης, θα ήταν δικαιολογημένο. Εδώ όμως η αντίφαση εμφανιζόταν μέσα στη διήγηση του ίδιου μύθου, και ενώ στην πορεία του μύθου γενικά ο ήλιος παρουσιαζόταν ως γιος του φεγγαριού, σε ένα σημείο μόνο αναφερόταν ως πατέρας. Και αυτό συνέβαινε σε δύο διαδοχικούς μύθους.

Έγραψα σχετικά στον συγγραφέα στις 11 Νοεμβρίου, μέσω των εκδοτών. Ο χρόνος πίεζε, ήμασταν ήδη στις διορθώσεις. Η απάντηση ήρθε ευτυχώς εγκαίρως, στις 22 Νοεμβρίου. Όταν έφτασε τελειώναμε την επιμέλεια και έπρεπε να παρθεί μια απόφαση. Κατά την άποψή μου δεν ήταν ικανοποιητική, ομολογώ ότι περίμενα κάτι διαφορετικό, είτε τη διόρθωση της αντίφασης είτε μια πειστική ερμηνεία, και η συγκεκριμένη δεν με έπεισε. Παραθέτω και αφήνω στην κρίση σας:

La mitología machiguenga no tiene orden racional y coherente sino que está llena de contradicciones de modo que la Luna aparece a veces como hija del Sol y otras su padre (porque la luna, en machiguenga, es macsulina como en alemán) de tal manera que es preferible traducir como está en el libro, pese a las contradicciones.

Η μυθολογία Ματσιγκένγκα δεν έχει λογική και συνεπή διαδοχή, αντίθετα είναι γεμάτη αντιφάσεις, έτσι που η Σελήνη εμφανίζεται κάποιες φορές ως κόρη του Ήλιου και άλλες ως πατέρας του (διότι η Σελήνη στα ματσιγκένγκα είναι αρσενική, όπως και στα γερμανικά) επομένως είναι προτιμότερο να μεταφραστεί ως έχει στο βιβλίο, παρά τις αντιφάσεις.

Η απάντηση είναι σαφέστατη, και εννοείται ότι ακολούθησα την οδηγία του συγγραφέα. Ωστόσο αν υπήρχε χρόνος, θα ήθελα να στείλω και δεύτερη επιστολή επισημαίνοντας το γεγονός ότι η αντίφαση υπήρχε μέσα στον ίδιο μύθο, πράγμα αρκετά παράξενο ακόμη και για μια μυθολογία γεμάτη αντιφάσεις, όπως όλες οι μυθολογίες άλλωστε. Μήπως και στην ελληνική δεν έχουμε διάφορες εκδοχές των μύθων; Άλλο όμως οι διάφορες εκδοχές ενός μύθου, και άλλο να μιλάει ο ίδιος άνθρωπος διηγούμενος τον ίδιο μύθο, να λέει ένα πράγμα και μισό λεπτό αργότερα, μέσα στην ίδια πλοκή, να λέει το αντίθετο.

Δεν είμαι διόλου σίγουρη ότι έγινε κατανοητό αυτό, καθώς δεν το είχα επισημάνει στην πρώτη επιστολή μου, και δεν είχα τρόπο να βεβαιωθώ ότι ο Λιόσα το αντιλήφθηκε. Αν είδε απλώς το ερώτημα και δεν ανέτρεξε στις παραθέσεις στο βιβλίο για να δει όλο το κείμενο, είναι πολύ πιθανό ότι δεν το αντιλήφθηκε. Το βιβλίο είναι εικοσαετίας, επομένως είναι ακόμη πιθανότερο ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε γράψει. Έπρεπε να επιμείνω, έπρεπε να είμαι σαφέστερη.

Χρόνος ωστόσο δεν υπήρχε, και άφησα την αντίφαση ως είχε, αφού το συζήτησα φυσικά και με την επιμελήτρια.

Διαισθάνομαι όμως ότι δεν έπραξα σωστά. Πριν από λίγες εβδομάδες μια φίλη που διάβαζε το βιβλίο μου είπε σμίγοντας τα φρύδια: "Δε μου λες, τι γίνεται εδώ; Το φεγγάρι είναι γιος του ήλιου ή πατέρας του;" Γέλασα και της είπα ότι είχα μεγάλη περιέργεια να δω ποιοι θα προσέξουν την αντίφαση, αν υποθέσουμε ότι θα την προσέξουν κάποιοι, και πώς θα την αξιολογήσουν. Η δική της εκτίμηση ήταν ότι επρόκειτο για μεταφραστικό λάθος. Αν δεν της εξηγούσα εγώ όλο αυτό που εξήγησα και σ' εσάς, θα εξακολουθούσε να το νομίζει.

Φαίνεται λοιπόν ότι το αποτέλεσμα της υπερβολικής μου ευσυνειδησίας είναι να χρεώνομαι εγώ ως λάθος την επιλογή του Λιόσα. Αν το είχα σκεφτεί εγκαίρως, ίσως να είχα βάλει μια υποσημείωση στο κείμενο. Δεν το σκέφτηκα όμως και δεν το έκανα. Πόσα και πόσα δεν σκεφτόμαστε και δεν συνειδητοποιούμε εκ των υστέρων;

Ας μείνει λοιπόν η αλλόκοτη αυτή αντίθεση ως έχει, προς παραξενισμό των αναγνωστών. Ας γνωρίζουν όμως έστω όσοι τύχει να περάσουν από εδώ, ότι ήταν επιλογή του συγγραφέα και όχι λάθος του μεταφραστή.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Ύφος

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Υποσημειώσεις

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Λέξη, όνομα, τίτλος

Κάθε μετάφραση είναι ένα πολυεπίπεδο ταξίδι. Ταξίδι στον κόσμο της μυθοπλασίας του βιβλίου, ταξίδι στον εσωτερικό κόσμο του συγγραφέα, ταξίδι στον κόσμο που έζησε και έγραψε ο συγγραφέας, ταξίδι στη γλώσσα που χρησιμοποίησε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά.

Το ταξίδι μου με τον ιστορητή ήταν ιλιγγιώδες, μια σπειροειδής κατάβαση μέσα από έναν κόσμο άγνωστο, έναν κόσμο που ακόμη και σήμερα, μετά από τόση τριβή, παραμένει ένα μυστήριο που μόλις και κατάφερα να κρυφοκοιτάξω μέσα από τις φυλλωσιές πυκνών θάμνων ή ίσως μέσα από τις σχισμές μιας βαριάς κουρτίνας.

Οι λιγοστές λέξεις των ιθαγενών που σκόρπισε στο κείμενό του ο Λιόσα έμοιαζαν περισσότερο με μουσική υπόκρουση, κάτι σαν τον διάκοσμο ενός μαγαζιού με σουβενίρ που υποβάλλει το άρωμα ενός εξωτικού πολιτισμού, χωρίς στ' αλήθεια να μας φέρνει σ' επαφή μαζί του. Μαζί με αυτές είχα να αντιμετωπίσω και ένα σωρό λέξεις που χρησιμοποιούνται μόνο στο Περού, λέξεις που φέρνουν σε αμηχανία ακόμη και τον ισπανόφωνο αναγνώστη, λέξεις ασυνήθιστες ακόμη και μέσα στο ίδιο το Περού.

Το πρώτο δίλημμα που αντιμετώπισα, από την πρώτη κιόλας σελίδα, ήταν οι υποσημειώσεις. Να βάλω ή όχι; Στο κάτω μέρος της σελίδας ή στο τέλος του βιβλίου; Η υποσημείωση είναι μια ομολογία ήττας, όπως λέει ο Ουμπέρτο Έκο, και είναι αλήθεια: καταφεύγουμε στην υποσημείωση όταν δεν έχουμε βρει κανέναν άλλον τρόπο να βοηθήσουμε τον αναγνώστη να κατανοήσει το κείμενο με παρεμβάσεις μας εντός του ίδιου του κειμένου. Αντιπαθώ τις υποσημειώσεις και τις αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, που λένε. Η δήλωσή μου αυτή ίσως προκαλέσει ειρωνικά ανασηκώματα φρυδιού από τους αναγνώστες αυτού του βιβλίου, καθώς και ορισμένων άλλων βιβλίων που έχω μεταφράσει (όπως ο Κιθαρίστας, λόγου χάρη, ή οι Τρεις όμορφες Κουβανές). Πράγματι, ενώ από τη μία καταβάλω προσπάθεια να αποφύγω την υποσημείωση και να εντάξω στο κείμενο την όποια εξήγηση κρίνω ότι χρειάζεται για την κατανόηση, από την άλλη γεμίζω τα βιβλία με εεξηγηματικές υποσημειώσεις, οι οποίες για ορισμένους ίσως φαντάζουν περιττές.

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι οι υποσημειώσεις δεν αποτελούν κομμάτι της μετάφρασης, ούτε στο συγκεκριμένο βιβλίο ούτε σε άλλα που έχω μεταφράσει. Οι υποσημειώσεις είναι το δικό μου δώρο προς τον αναγνώστη, είναι πληροφορίες που ίσως του φανούν ενδιαφέρουσες, είναι απαντήσεις σε απορίες που ίσως του γεννηθούν. Είναι όλα εκείνα που αναζήτησα και βρήκα εγώ σαν αναγνώστης του βιβλίου, όλα εκείνα που έμαθα ικανοποιώντας την περιέργειά μου και θέλω να μοιραστώ με άλλους αναγνώστες.

Από μικρή λάτρευα τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Όταν ανακάλυψα την ύπαρξη της εγκυκλοπαίδειας, έγινα ευτυχής. Για κάθε απορία που μου γεννιόταν, μπορούσα να ανατρέξω στους μαγικούς της τόμους και να βρω απαντήσεις, μαθαίνοντας ένα σωρό πράγματα που δεν υποψιαζόμουν ότι υπήρχαν. Κάθε άγνωστη λέξη μου δημιουργεί μια αναστάτωση, μια ανησυχία, που καταλαγιάζει μόνο όταν έχω βρει το νόημά της. Δεν είναι διόλου αναγκαίο να γνωρίζει κανείς ότι το φίδι γιακουμάμα ταυτίζεται με το ανακόντα για να απολαύσει το μυθιστόρημα. Ίσως μάλιστα να το απολαμβάνει περισσότερο μένοντας με την αίσθηση μιας άγνωστης, μαγικής, εξωτικής λέξης, ενός άγνωστου πλάσματος από έναν κόσμο σχεδόν μυθικό. Όμως πόση χαρά, πόση ικανοποίηση όταν ανακαλύπτει ότι ο μυθικός κόσμος συνδέεται υπόγεια με τον πραγματικό, ότι η πραγματικότητα μπορεί να γίνει μύθος μέσα από την τέχνη, χωρίς να πάψει να είναι πραγματικότητα!

Ίσως υπερβάλλω, αλλά εγώ προσωπικά νιώθω μεγάλη ικανοποίηση γνωρίζοντας ότι το σαχίνο και το ουανγκάνα είναι δύο είδη πεκάρι και ότι το πεκάρι συγγενεύει με τον αγριόχοιρο, ότι το ρονσόκο είναι το ίδιο με το καπιβάρα (λέξη γνωστή σε αρκετούς έλληνες αναγνώστες πλέον), ότι το δέντρο κάποκ λέγεται και σέιβα (λέξη που εμφανίζεται σε αρκετές μεταφράσεις λατινοαμερικανών συγγραφέων), ότι η λέξη βιρακότσα προέρχεται από τον αρχαίο θεό των Ίνκα (κάτι που για έναν περουβιανό ίσως δεν χρειάζεται διευκρίνιση, αλλά για οποιονδήποτε άλλον μάλλον χρειάζεται), ότι το Θερινό Ινστιτούτο Γλωσσολογίας, οι γλωσσολόγοι-ιεραπόστολοι, οι δομηνικανοί μοναχοί και οι εξερευνητές που αναφέρονται είναι πραγματικά πρόσωπα (σε αντίθεση με τον Σαούλ που είναι επινοημένος). Μου αρέσει ακόμη να ξέρω τι ακριβώς είναι η τσιτσάρα-ματσάκουι, ένα έντομο τερατόμορφο και τρομακτικό αλλά κατά βάθος ακίνδυνο, ένα πλάσμα που λόγω της φρικτής του εμφάνισης όλοι θεωρούν δηλητηριώδες ενώ στην πραγματικότητα είναι αβλαβές, γιατί γνωρίζοντάς το είμαι σε θέση να εκτιμήσω καλύτερα την σύνδεση με τη Μεταμόρφωση του Κάφκα και με την απωθητική εμφάνιση του καλόψυχου Σαούλ. Όλα αυτά εμένα μου δίνουν πλούτο και χαρά, τη χαρά της γνώσης, την αίσθηση ότι διαλύονται για λίγο τα πέπλα του μυστηρίου που καλύπτουν τον άγνωστο αυτό κόσμο, ότι μπορώ για μια στιγμή να διεισδύσω βαθύτερα στο νόημα της ιστορίας. Είναι όμως ολοφάνερο ότι δεν προσφέρουν τίποτε από λογοτεχνικής άποψης στο κείμενο.

Με άλλα λόγια, το κείμενο μπορεί να σταθεί θαυμάσια και χωρίς αυτά. Μάλιστα χωρίς αυτά η μετάφραση θα είναι πολύ πιο πιστή - για την ακρίβεια, μόνο χωρίς αυτά θα είναι πιστή. Κι εδώ οφείλω να ομολογήσω την προδοσία μου - τη μοναδική προδοσία μου: ενώ ο Λιόσα αφήνει το κείμενό του γεμάτο από αναφορές που γεννούν απορίες ακόμη και στον ισπανόφωνο αναγνώστη, χωρίς να του παρέχει κανέναν μίτο για να προσανατολιστεί στο λαβύρινθο αυτό, εγώ επιλέγω να παρέχω ένα χάρτη, μια πυξίδα, ένα ραβδί για να στηρίζεται στα μονοπάτια της δαιδαλώδους ζούγκλας.

Οι αρχικές υποσημειώσεις μου ήταν πολύ περισσότερες από όσες δημοσιεύθηκαν. Όταν παρέδωσα το κείμενο, ξεκαθάρισα ότι δεν αξίωνα να δημοσιευθούν. Τις είχα ετοιμάσει για δική μου ικανοποίηση, όπως είχα κάνει και την καθαυτό μετάφραση άλλωστε. Τις έθεσα στη διάθεση του εκδότη για να κρίνει και να αποφασίσει αν ήθελε να τις δημοσιεύσει ή όχι. Αποφασίστηκε να δημοσιευτούν ορισμένες, όχι όλες, και σε συνεννόηση με την επιμελήτρια κάναμε ένα γερό ξεσκαρτάρισμα και περιορίσαμε την έκταση εκείνων που έμειναν.

Ενόσω μετέφραζα, πρόσθετα τις υποσημειώσεις εντός του κειμένου, στο κάτω μέρος της σελίδας (τι υποσημειώσεις θα ήταν άλλωστε αν δεν βρίσκονταν υπό του κειμένου;). Μου ήταν πιο εύκολο να τις παρακολουθώ έτσι, και σκεφτόμουν ότι στο σημείο αυτό θα ήταν πιο εύχρηστες για τον αναγνώστη. Από την άλλη όμως οι σημειώσεις εντός του κειμένου πάντοτε με ενοχλούσαν οπτικά. Εκείνος ο αστερίσκος ή ο υπερυψωμένος αριθμός σπάνε τη ροή του κειμένου, σε αναγκάζουν να κάνεις μια παύση, οσοδήποτε ελαφριά, για να αποφασίσεις αν θα διαβάσεις ή όχι την επεξήγηση που ακολουθεί. Ακόμη κι αν αποφασίσεις σε κλάσμα δευτερολέπτου να την προσπεράσεις, το κακό έχει γίνει: ο ειρμός έχει σπάσει. Και αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα με τίποτε να συμβεί. Επιπλέον, είχα δει σε άλλα βιβλία των εκδόσεων Καστανιώτη τις σημειώσεις σε παράρτημα (μεταξύ άλλων και στο Πράσινο σπίτι, που επιπλέον ήταν του Λιόσα). Μετά από πάρα πολύ προβληματισμό, στη διάρκεια των τελευταίων διορθώσεων, αποφάσισα να αφαιρέσω τις υποσημειώσεις από το κείμενο και να τις βάλω σε ένα παράρτημα στο τέλος του βιβλίου, ώστε να λειτουργήσουν μάλλον σαν γλωσσάρι και εγκυκλοπαίδεια παρά σαν διευκρινίσεις.

Το βιβλίο παραδόθηκε με αυτή τη μορφή, με το παράρτημα, και χωρίς σημειώσεις εντός. Όταν όμως επικοινώνησε μαζί μου η επιμελήτρια για να δούμε το θέμα των σημειώσεων, με ενημέρωσε ότι ήδη είχε αποφασιστεί να μπουν οι σημειώσεις εντός του κειμένου, για διευκόλυνση του αναγνώστη. Δεν μπορώ παρά να επικροτήσω αυτήν την απόφαση: είναι γεγονός ότι ως αναγνώστης προτιμώ να έχω τη σημείωση άμεσα διαθέσιμη ενώ διαβάζω, παρά να χρειάζεται να ανατρέχω κάθε λίγο στο τέλος του βιβλίου ή να τη διαβάσω όταν θα το έχω πια τελειώσει και δεν θα θυμάμαι καλά καλά σε τι αναφέρεται.

Οι σημειώσεις μου λοιπόν επέστρεψαν στη βάση τους, αρκετά λιγότερες και μικρότερες σε έκταση, και επομένως πολύ πιο λειτουργικές, αν θεωρήσουμε ότι ο σκοπός τους ήταν η επεξήγηση. Τα σχόλια των αναγνωστών μέχρις στιγμής ήταν θετικά: το γεγονός ότι υπήρχαν επεξηγήσεις άρεσε, τουλάχιστον σε όλους εκείνους με τους οποίους έχω μιλήσει ως τώρα για το θέμα.

Ο κύβος ερρίφθη, οι σημειώσεις μπήκαν. Στη δική σας κρίση αν μπήκαν σωστά.

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Αντιφάσεις

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Τι είναι αυτό το blog;

Traduttore, traditore - μεταφραστής, προδότης.

Έτσι κι εγώ, προδίνω καθημερινά αυτό που περισσότερο αγαπώ. Μόνο μου ελαφρυντικό η ελπίδα ότι οι καρποί της προδοσίας μου θα αγγίξουν μια χορδή στους αναγνώστες, θα τους απογειώσουν, ίσως θα τους συγκινήσουν αρκετά ώστε να τους δώσουν την αφορμή να γνωρίσουν στο πρωτότυπο όσο περισσότερα βιβλία μπορούν.

Στο blog αυτό μιλάω για τη μετάφραση. Για βιβλία που έχω μεταφράσει, για διλήμματα και επιλογές, για λάθη και παραλείψεις, για ολισθήματα δικά μου και άλλων, για τη φρίκη των ελληνικών υποτίτλων και των φτηνών εκδόσεων, για την απόλαυση μιας εμπνευσμένης απόδοσης. Λίγο απ' όλα, δηλαδή, ένα συνονθύλευμα από αναμνήσεις και εμμονές.

Η ιδέα ενός τέτοιου blog, με προσωπικές εμπειρίες και απόψεις γύρω από τη μετάφραση, τριγυρίζει στο μυαλό μου εδώ και καιρό. Η αφορμή όμως για να την κάνω πράξη ήταν η τελευταία μου δουλειά, η μετάφραση του μυθιστορήματος Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες του Mario Vargas Llosa. Ήταν τόσα αυτά που ήθελα να πω για την σχέση μου με το βιβλίο, για τη μετάφραση του, για το ίδιο το βιβλίο εντέλει, ώστε σκέφτηκα μέχρι και ν' ανοίξω ένα blog μόνο για το βιβλίο αυτό.

Τελικά αποφάσισα ν' ανοίξω το blog που βλέπετε και να το εγκαινιάσω με την αφήγηση της περιπέτειας της μετάφρασης του παραπάνω βιβλίου. Όταν τελειώσω με αυτό, θα συνεχίσω με άλλα θέματα, μεταξύ άλλων και άλλες μεταφραστικές περιπέτειες.

Δεν ξέρω ποιον μπορεί να ενδιαφέρουν όλα αυτά - ίσως μονάχα έναν άλλον μεταφραστή, ή τίποτε εμμονικούς αναγνώστες. Για να καταλήξατε εδώ, μάλλον ανήκετε σε μια από τις δυο παραπάνω κατηγορίες, επομένως σας αξίζει αυτό που πάθατε.

Καλωσήλθατε λοιπόν και καλή σας ανάγνωση!

Ο ιστορητής - Λέξη, όνομα, τίτλος

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - περιπέτεια μιας μετάφρασης.

Όπως ήδη ανέφερα, κάποια στιγμή στην πορεία της μετάφρασης ένιωσα την ανάγκη να ζητήσω γνώμες τρίτων για την απόδοση της λέξης hablador, μιας λέξης που ο Λιόσα χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό με τρόπο πολύ ιδιαίτερο.

Hablar στα ισπανικά σημαίνει μιλάω, όπως μπορεί να σας πει κάθε μαθητής που έχει κάνει έστω και δυο μαθήματα. Η λέξη hablador σημαίνει φλύαρος ή ομιλών, στην περίπτωση μας όμως αναφέρεται σε κάτι τελείως διαφορετικό: σε ένα λειτούργημα μιας φυλής ιθαγενών. Ο hablador είναι "ο άνθρωπος που μιλάει", ένας άνθρωπος που ταξιδεύει μέσα στη ζούγκλα, επισκέπτεται τις διάσπαρτες οικογένειες της φυλής και τους αφηγείται - τι ακριβώς; Τα πάντα: αρχαίους μύθους και προχθεσινά κουτσομπολιά, θρησκευτικές παραδόσεις και προσωπικές ιστορίες, μαγικά ξόρκια και συνταρακτικές ειδήσεις. Η λέξη της φυλής για το πρόσωπο αυτό είναι kenkitsatatsirira - "ο άνθρωπος που αφηγείται ιστορίες".

Αφού κατάρτισα πρώτα έναν νοερό κατάλογο πιθανών αποδόσεων - αφηγητής, ομιλητής, ιστορητής, παραμυθάς - χωρίς να αποκλείω τις περιφραστικές εκδοχές, αναζήτησα τις υπάρχουσες μεταφράσεις για να δω τι λύσεις είχαν δώσει οι αλλοδαποί συνάδελφοι. Βρήκα μονάχα δύο, στα αγγλικά και στα γαλλικά, The storyteller και L'homme qui parle αντίστοιχα.

Η γαλλική εκδοχή δεν με συγκίνησε: είναι ίσως καλή για τίτλος, αλλά θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα στη ροή του κειμένου. Δεν μπορούσα να φανταστώ προτάσεις όπως "Ε, άνθρωπε που μιλάς, καλωσήλθες!" μου φαίνονταν αφύσικες και αγκυλωμένες. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα περιφραστικά-περιγραφικά ονόματα αποπνέουν εξωτισμό, από την άλλη όμως θυμίζουν υπερβολικά τους ινδιάνους της βόρειας Αμερικής με όλους εκείνους τους καθιστούς ταύρους και τους περήφανους αεστούς. Εξάλλου αφού ο συγγραφέας το θέλησε μονολεκτικό, ένιωθα ότι είχα υποχρέωση να προσπαθήσω να βρω κι εγώ μια μονολεκτική λύση. Η περιφραστική εκδοχή ίσως να λειτουργούσε για τον τίτλο, δεν θα λειτουργούσε όμως όπως το ήθελα στη ροή του κειμένου.

Ζήλεψα αντίθετα την τύχη του άγγλου να έχει στη διάθεσή του έναν όρο τόσο εύστοχο, τόσο μεστό, τόσο περιεκτικό και τόσο οικείο ταυτόρχονα - δυστυχώς τα ελληνικά δεν προσέφεραν τέτοια δυνατότητα. Ο παραμυθάς αφηγείται μόνο παραμύθια, όχι ιστορίες γενικώς, κι άλλωστε έχει χρεωθεί τους αρνητικούς συνειρμούς του ψεύτη και του απατεώνα. Ο ομιλητής παραπέμπει σε συνέδριο και ο ομιλών σε παπαγάλο. Ο αφηγητής απέδιδε με αρκετή ακρίβεια αυτό που ήθελε να πει η αρχική λέξη, αλλά μου φαινόταν υπερβολικά πεζό και στεγνό για ένα τόσο εξωτικό και φορτισμένο σημασία λειτούργημα, κι επιλέον έχει επικρατήσει να αναφέρεται είτε στον αφηγητή των μυθιστορημάτων είτε στον αφηγητή των ντοκυμανταίρ - μου έφερνε στο νου τον Κωστάλα να παρουσιάζει καλλιτεχνικό πατινάζ.

Υπήρχε όμως και το ιστορητής, μια λέξη τόσο ξεχασμένη ώστε να έχουμε το δικαίωμα να της προσδώσουμε πλέον άλλο νόημα, γιατί ποιος σύγχρονος αναγνώστης θα θυμηθεί τους ιστορητές του Βυζαντίου που κοσμούσαν τα χειρόγραφα με πλούσιες εικόνες; Αλλά και αν τους θυμηθεί, τόσο το καλύτερο: η ιδέα της ανιστόρησης ως διακόσμησης μου φάνηκε θελκτική, άλλωστε το ρήμα ιστορώ ακόμη και σήμερα σε ορισμένα συγκείμενα σημαίνει στολίζω, πλουμίζω, κι αυτός ο αόριστος συνειρμός που αναπόφευκτα θα γινόταν στα μυαλά ορισμένων αναγνωστών θα έδινε ακόμη μια πινελιά γοητείας στο πρόσωπο της ιστορίας μας. Λεξιπλασία, λοιπόν, ή λεξανάσταση αν θέλετε: εξιστορώ, ανιστορώ, ιστορώ... ιστορητής.

Παρόλα αυτά εξακολουθούσα να αισθάνομαι ανασφάλεια για την επιλογή μου. Ζήτησα λοιπόν τη γνώμη διαφόρων γνωστών και φίλων που ασχολούνται με λογοτεχνία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως αναγνώστες, μεταφραστές ή συγγραφείς, και εκτιμώ την κρίση τους: αφηγητής ή ιστορητής; Έστειλα σε όλους δυο αποσπάσματα του βιβλίου όπου εμφανίζεται η λέξη και τους ζήτησα να μου πουν ποιο από τα δύο ακούγεται καλύτερο. Οι απαντήσεις μοιράστηκαν: οι μισοί ήταν υπέρ του αφηγητή, οι άλλοι μισοί υπέρ του ιστορητή, με διαφορετικά επιχειρήματα καθένας. Να λοιπόν που τελικά δεν μπόρεσα να αποφύγω την ευθύνη μου: η τελική απόφαση βάρυνε και πάλι εμένα. Διάλεξα τον ιστορητή - μήπως όμως αν όλοι οι φίλοι μου είχαν αποφανθεί υπέρ του αφηγητή θα είχα κάνει κάτι διαφορετικό; Μάλλον όχι. Είχα ήδη κάνει την επιλογή μου, και η δημοσκόπηση ήταν απλώς μια πρόφαση για να κερδίσω χρόνο, την επανεξετάσω και να την επιβεβαιώσω μέσα μου αλλά και απέναντι στους άλλους.

Έτσι λοιπόν ο περουβιανός hablador έγινε ιστορητής:
τίτλος ενός λειτουργήματος κι ενός βιβλίου.

Ο τίτλος του λειτουργήματος διατηρήθηκε έτσι στο κείμενο, αλλά ο τίτλος του βιβλίου άλλαξε. Περισσότερα όμως για αυτό σε κάποια από τις επόμενες αναρτήσεις.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.


Στη συνέχεια παραθέτω τους διαλόγους που έκανα με τους φίλους μου, για όποιον ενδιαφέρεται.

Διάλογος με την Όλα θα πάνε καλά


Εγώ:
Θέλω μια γνώμη για την απόδοση της ισπανικής λέξης hablador, που είναι ο τίτλος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιδιότητα του κεντρικού ήρωα. Η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί για να αποδώσει μια άλλη λέξη των ιθαγενών, η οποία σημαίνει "αυτός που αφηγείται ιστορίες".


Όλα θα πάνε καλά:
Το "hablador" - που ευχαρίστως να το σκεφτώ - μου έφερε στο μυαλό τον τίτλο-φράση του Αλμοδόβαρ,"Μίλα της",και έτσι κατάλαβα ότι μάλλον είναι ο αφηγητής,αυτός που λέει κάτι.Θα το σκεφθώ και θα σου πω.

Διάλογος με Γιάννη Πέτσα


Εγώ:
Θέλω μια γνώμη για την απόδοση της ισπανικής λέξης hablador, που είναι ο τίτλος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιδιότητα του κεντρικού ήρωα. Η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί για να αποδώσει μια άλλη λέξη των ιθαγενών, η οποία σημαίνει "αυτός που αφηγείται ιστορίες".


Yannis Petsas:

Δύσκολη απόφαση, αφού στην ουσία πρόκειται για νεκρή γλώσσα. Ούτε σύνθετη ούτε περίεργη πρέπει να ‘ναι. Ανάμεσα στις δύο προτιμώ τον ιστοριτή, αν και ηχεί κάπως ξερό. Το αφηγητής ωστόσο μου κάνει πολύ στρογγυλό.

Δοκίμασα και τις λέξεις Διηγηματάρης και Ιστοριοκαμωτής, που θα μπορούσαν να σημαίνουν κάτι ανάλογο, αλλά δεν ικανοποιήθηκα περισσότερο. Μάλλον εκείνοι θα χρησιμοποιούσαν μια πιο βιωματική λέξη, θα αναπαριστούσαν φαντάζομαι ό,τι θα ήθελαν να πουν, ακόμη και κάτι άσχετο με το «επάγγελμα» αυτών των ανθρώπων. Αν έπαιζαν ας πούμε έναν αυλό για να διασκεδάζουν τη μοναξιά τους, ή ένα άλλο όργανο, κουδούνες ή λύρα. Σ’ αυτή την περίπτωση ίσως τους έλεγαν λυράρηδες ή κουδουνιστούς, δεν ξέρω. Ίσως και να λέω πολλές κουταμάρες τώρα κι εσύ να θες να διαλέξεις ανάμεσα στα δύο.

Λυπάμαι αν δε σε βοήθησα. Πάντως στην περίπτωση που σκεφτείς με τον τρόπο που λέω, το μυστικό μπορεί να βρίσκεται ήδη μέσα στο βιβλίο, να είναι μια λέξη γύρω απ’ την οποία να περιστρέφεται ο Λιόσα.

Ίσως βρεις κάποια λέξη πιο σχετική στις 1000 και μια νύχτες, να σου 'ρθει από 'κει κάποια ιδέα.


Εγώ:

Με βοήθησες πολύ. Και μόνο η δήλωση προτίμησης βοηθά και θα την αξιοποιήσω μαζί με τις άλλες γνώμες που συλλέγω.

Πιο πολύ όμως με βοηθά η σκέψη ότι πρέπει ν' αναζητήσω το αληθινό νόημα της αυθεντικής λέξης. Έτσι όπως τη γράφει στο βιβλίο, μοιάζει να προφέρεται "κιενκιτσατατσιρίρα".

Υπάρχει η λέξη "κιενκιτσαταγκάντσι" που υποτίθεται ότι σημαίνει "λαϊκά αφηγήματα", και προφανώς έχει τις τέσσερις πρώτες συλλαβές ίδιες με τη λέξη που ψάχνω. Φαντάζομαι λοιπόν ότι αυτό το κομμάτι της λέξης, το "κιενκιτσάτα" σημαίνει "αφήγημα" ή "ιστορία" ή κάτι παρόμοιο, και το "τσιρίρα" υποδηλώνει τον άνθρωπο, τον τεχνίτη ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο σχετικό. Αλλά μπορεί να πέφτω και τελείως έξω.

Μόλις διάβαζα σε ένα λεξικό ότι "κενκιτσαταγκάντσι" και "κενκιτσατάκε" σημαίνει "αφηγούμαι, διηγούμαι, περιγράφω" και τα παραδείγματα που δίνει τείνουν να με κάνουν να πιστέψω ότι σημαίνει μάλλον "περιγράφω" παρά οτιδήποτε άλλο. Αλλά φυσικά η πληροφορία είναι πολύ αποσπασματική κι εκτός πλαισίου.

Το καλύτερο θα 'ταν να μιλήσω με τον ίδιο τον Λιόσα, καθώς και με κανέναν ειδικό γλωσσολόγο που να έχει ασχοληθεί. Ίσως να το κάνω εν ευθέτω. Αλλά κατά βάθος περισσότερη σημασία έχει να ηχεί αρμονικά το κείμενο στα ελληνικά.

Δε νομίζω πως θέλω να πλάσω κάποια παράξενη λέξη. Ήδη το ιστορητής πλαστό είναι άλλωστε, μην το παρακάνουμε. Ο συγγραφέας διάλεξε λέξη υπαρκτή στο γλώσσα του, απλά της έδωσε άλλη έννοια. Κάτι παρόμοιο προσπαθώ να κάνω και γω (τρομάρα μου).

Αυτό που λες, ότι ο Λιόσα περιστρέφεται γύρω από μια λέξη, ήταν ακριβώς αυτό που με οδήγησε στον ιστορητή. Γιατί η λέξη γύρω από την οποία μοιάζει να περιστρέφεται είναι η λέξη cuento, που σημαίνει ιστορία, αφήγημα, διήγημα, παραμύθι. Έπαιξα με πολλές εκδοχές εννοείται, και οι δύο που προτείνω είναι οι επικρατέστερες για μένα, αλλά κάποιος άλλος μπορεί να διάλεγε κάτι τελείως διαφορετικό.


Διάλογος με Akis


Εγώ:
Θα ήθελα τη γνώμη σου για την απόδοση της λέξης hablador, επίθετο που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα της αφήγησης. Σου στέλνω δύο εκδοχές του ίδιου αποσπάσματος, από 2 σελίδες η καθεμιά, για να τις διαβάσεις και να μου πεις ποια προτιμάς.

Επίσης αν γνωρίζεις κάποιον που θα ήθελε και θα μπορούσε να το διαβάσει και να πει μια άποψη, θα με βοηθούσε πολύ.
(Βασικά εγώ έχω καταλήξει τι μου αρέσει, αλλά καλό θα είναι να έχω κι άλλες γνώμες).

Θέλω να ξέρω την αντίδραση των αναγνωστών στην πρώτη εντύπωση που δημιουργεί το κείμενο. Δεν θέλω να μπούμε σε θέματα σημασιολογίας και ετυμολογίας της λέξης (εννοείται ότι τα έχω ψάξει από την καλή κι από την ανάποδη), άλλωστε η λέξη αποτελεί μετάφραση άλλης λέξης (των ιθαγενών της Αμαζονίας). Μπορούμε να το κάνουμε αυτό μετά, αν σε ενδιαφέρει.

Κάνω αυτή τη διευκρίνιση επειδή αρκετοί από τους αναγνώστες μπήκαν στη διαδικασία να εκφέρουν άποψη για τη σημασία της λέξης και το κατά πόσον είναι ακριβής μετάφραση - κάτι που δε με ενδιαφέρει καθόλου στο συγκεκριμένο θέμα. Με ενδιαφέρει το πώς "ακούγεται" στα ελληνικά, τι εντύπωση δημιουργεί, τι αρέσει και τι όχι - υποκειμενικά πάντα.


Akis:
Στα καθ' ημάς τώρα: το 'ιστορητής' (ίσως 'εξιστορητής') είναι κάπως πιο λογοτεχνικό και ταιριάζει με την μαγική ατμόσφαιρα της αφήγησης,

ενώ παράλληλα επεξηγείται και από το 'αφηγητής'. Η χρήση του ομιλητής είναι πολύ τεχνική και δεν με ικανοποιεί.

Ελπίζω να βοήθησα.

ΥΓ. στην αρχη-αρχη οι λέξεις λαρυγγικό, συριστικό που περιγράφουν τον ίδιο ήχο μου κάνουν εντύπωση-ένας ήχος δεν μπορεί να είναι και τα δυο αυτά

καθώς οι συρισμοί δεν βγαίνουν από το λάρυγγα, σκέφτομαι αν το λάθος είναι απευθείας στο πρωτότυπο ή εαν μια από τις δύο έχει κάποια διττή σημασία

που σου ξέφυγε (μέχρι κι Λιόσα κάνει λάθη λοιπόν...)

Εγώ:
Λοιπόν αυτό με απασχόλησε και μένα. Σκεφτόμουν κι εγώ ότι δεν μπορεί, είναι λάθος η περιγραφή. Αλλά αν το σκεφτείς θα δεις ότι μπορεί να περιγράφει τους διάφορους φθόγγους που υπάρχουν μέσα στη λέξη, και μπορεί άλλοι να είναι λαρυγγικοί και άλλοι συριστικοί.

Η λέξη που περιγράφεται είναι "κιενκιτσατατσιρίρα" (kienkitsatatsirira), σημαίνει (αν πιστέψουμε το λεξικό) "αυτός που αφηγείται ή που περιγράφει" και ανήκει στη γλώσσα των ιθαγενών Ματσιγκένγκα. Εννοείται ότι η μεταγραφή είναι αυθαίρετη - αυθαιρεσία δική μου πάνω στην αυθαιρεσία των gringo γλωσσολόγων που μετέγραψαν τη γλώσσα αυτή και συνέταξαν ένα λεξικό. Υποθέτω λοιπόν ότι το "λαρυγγικός" κολλάει στα "κ" και το "συριστικός" στα "τσ".

Διάλογος με Idom, Πόλυ Χατζημανωλάκη, Κατερίνα Π.


Εγώ:
Όπως γνωρίζετε, έχω ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό να μεταφράζω το μυθιστόρημα του Mario Vargas Llosa "El hablador" στα ελληνικά.
Θα ήθελα τη γνώμη σας για την απόδοση της λέξης hablador, επίθετο που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα της αφήγησης.
Αν θα μπορούσατε να βρείτε το χρόνο να διαβάσετε τις 4 σελίδες που σας στέλνω και να μου πείτε ποια από τις δύο εκδοχές προτιμάτε, θα το εκτιμούσα πολύ.


Idom:
Ναι, βέβαια θα το διαβάσω, αλλά πριν το διαβάσω, να πω ότι από όσο ξέρω το hablar σημαίνει μιλάω, άρα hablador μπορεί να είναι ο ομιλητής, ο αφηγητής, ίσως και ο φλύαρος...


Εγώ:
Θα προτιμούσα να ήξερες λιγότερα πριν το διαβάσεις, αλλά μια που ήδη ξέρεις τόσα, προσπάθησε να τα βγάλεις από το μυαλό σου ενόσω διαβάσεις. Με ενδιαφέρει να μου πεις αν το κείμενο είναι λειτουργικό. Τα γλωσσολογικά αν θες τα συζητάμε εκ των υστέρων.


Idom:
Μέχρι εδώ είναι μαντατοφόροι, όχι ιστορητές, με την έννοια ότι η «ιστορία» αναφέρεται στο (μακρινό) παρελθόν. Κομιστές ειδήσεων, νέων, γεγονότων... Σού αρέσει το κομιστές; Μπα...
Ιστορητής, δεν μας κάνει γιατί αφορά μόνο το παρελθόν.
Αφηγητής δεν μας κάνει, γιατί παραπέμπει περισσότερο σε φανταστικές «ιστορίες».
Πώς σού φαίνεται το Διηγητής; Μπορείς να διηγείσαι οτιδήποτε, αληθινές και ψεύτικες «ιστορίες», παλιές και καινούργιες. Plus τού ότι η λέξη δεν υπάρχει, άρα μπορείς να την κάνεις εσύ να σημαίνει ότι θέλεις!


Εγώ:
Η Κατερίνα σε προφορική επικοινωνία πριν διαβάσει το κείμενο μου είχε πει "αφηγητής", που ήταν κι αυτό που είχα διαλέξει εγώ και με αυτό έχω δουλέψει σχεδόν όλο το βιβλίο. Το "αφηγητής" όμως δε μου άρεσε πάρα πολύ επειδή μου φαινόταν πεζό κι επειδή μου θυμίζει τον αφηγητή στα ντοκυμανταίρ ή στα μυθιστορήματα - μου φάνηκε πολύ "σύγχρονο" και πολύ "άοσμο και άχρωμο".

Η λέξη "ιστορητής" είναι πλαστή, επομένως δεν αναφέρεται σε κάτι υπαρκτό, επομένως μπορούμε να την κάνουμε να αναφέρεται σχεδόν σε ό,τι θέλουμε. "Ιστορώ" δεν σημαίνει "μιλώ για το μακρινό παρελθόν", σημαίνει "διηγούμαι ιστορίες", χωρίς αναγκαστικά να προσδιορίζει αν οι ιστορίες είναι αληθινές ή ψεύτικες ούτε αν συνέβησαν πρόσφατα ή πολύ παλιά. Δεν βλέπω λοιπόν αντίφαση στη χρήση της.

Πιο αναλυτικά, έχει δύο έννοιες: "1. αφηγούμαι, εξιστορώ, διηγούμαι, 2. ζωγραφίζω, διακοσμώ" (Μπαμπινιώτης). Η πρώτη μας καλύπτει μια χαρά, ενώ η δεύτερη δίνει μια ποιητιή χροιά στη λέξη, κάτι που μου αρέσει, γιατί αφήνει ένα υπονοούμενο να πλανάται στον αέρα, ότι ο τύπος δεν αφηγείται απλώς, αλλά διακοσμεί, πλουμίζει, "ιστορεί" τις ιστορίες του.

Αν όμως πάρω αντιδράσεις αντίστοιχες με τη δική σου από πολύ κόσμο, μάλλον θα κρατήσω το "αφηγητής".


Εγώ:
...μυθολόγος?

είχα σκεφτεί και "παραμυθάς" αλλά το απέρριψα επειδή παραπέμπει πολύ άμεσα στο "ψεύτης".


Idom:

Όχι βρε παιδί μου.

Για να δούμε: εσύ που έχεις διαβάσει το βιβλίο θα ξέρεις περισσότερα για αυτούς τους ανθρώπους.

Τι ρόλο βαράγανε; Λέγανε περισσότερο παραμύθια (γενικά); Λέγαν "μύθους και θρύλους" τής συνολικής φυλής; Λέγαν τα νέα κατορθώματα; Λέγαν τα "νέα"; Λέγαν τι αποφάσεις και κινήσεις έπαιρναν και έκαναν οι άλλες κοινότητες τής φυλής;

Ο ρόλος τους ήταν περισσότερο ειδησεογραφικός ή ιστορικός;

Και στις δύο περιπτώσεις, προσάρμοζαν / διατύπωναν / διέστρεφαν / κατασκεύαζαν τα νέα (ή τα "νέα") και τους μύθους προκειμένου να ασκήσουν δική τους "πολιτική"; (Το προς τα πού ήθελαν να πάνε τα πράγματα, δηλαδή). Πόσο συνειδητά το κάνανε; Διάβαζαν "βουλωμένο γράμμα" και σε ποιο επίπεδο;

Και η φυλή πώς αντιμετώπιζε αυτά που άκουγε; Πέρα από την ταραχή που περιγράφεται στο εδάφιο που έστειλες, άλλαζε η συμπεριφορά της μακροπρόθεσμα;

Ανάλογα με τις παραπάνω απαντήσεις ίσως οδηγηθείς και στο ποια είναι η ρίζα τής καταλληλότερης λέξεις.

Ενδεχόμενα, και για λόγους βαρυγδουπιάς και για να δείξεις την γενικότητα τού θέματους, θα μπορούσες να δώσεις τον τίτλο τους περιφραστικά: "αυτοί που μιλάνε".


Εγώ:
Αχ καλέ μου... το έχω σκεφτεί το περιφραστικό Το κακό είναι ότι πολύ συχνά απευθύνονται σε αυτόν οι συν-ιθαγενείς του και τον αποκαλούν με τον τίτλο του. Δεν ακούγεται πολύ ωράια να του λένε "ε, εσύ που μιλάς, έλα, πες μας τις ιστορίες σου" ή "καλωσήλθες, εσύ που μιλάς, κάτσε να ξαποστάσεις", ή "ήρθε αυτός που μιλάει, ελάτε να τον ακούσουμε".
Η γαλλική μετάφραση επέλεξε ακριβώς αυτήν την εκδοχή (l' homme qui parle) και δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει.
Θα το ξανασκεφτώ πάντως, γιατί και η Πόλυ το ανέφερε.



Πόλυ Χατζημανωλάκη:

Τι να σου πω δεν ξέρω. Ιστορητής μου φέρνει στο νου τη Βυζαντινή ιστόρηση που είναι μια απεικόνιση, μια περιγραφή. Αφηγητής είναι το αυτονόητο αλλά η λέξη είναι πολυ χρησιμοποιημένη, δεν έχει χρώμα.

Καμια απο τις δυο δεν ακούγεται όπως το el hablador.

Κοίταξα τους Αγγλους - story teller και τους Γάλους - l' homme qui parle. Κι αυτοί έχουνε narrateur αν θέλανε αλλά έβαλαν "ο άνθρωπος που μιλά¨" καλύτερα και από το ομιλητής (που είχε προτείνει κάποτε ο Βαγγέλης ο Ιντζίδης), που παραπέμπει σε μια ομιλία.

Ελπίζω να βοήθησα.

Υ.Γ."Έκαναν αυτό που έλεγε το όνομά τους: μιλούσαν. Τα στόματά τους ήταν οι συνεκτικοί δεσμοί μιας κοινότητας την οποία η ανάγκη για επιβίωση είχε υποχρεώσει να κομματιαστεί και να διασκορπιστεί στους τέσσερις ανέμους"Εγώ:

Ούτε όπως το kienkitsitatatsirira που είναι το πρωτότυπο: "αυτός που αφηγείται, που περιγράφει". Είναι μάλλον αδύνατον να πετύχεις το "ίδιο", ψάχνουμε το "ανάλογο" περισσότερο σε συναισθηματικό μάλλον επίπεδο παρά σε ηχητικό ή σημασιολογικό.

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο και την προσπάθεια.
Θα τα αφήσω να ζυμωθούν όλα στο κεφάλι μου και θα δω τι θα βγει


Κατερίνα Π.:
Το ιστορητής μου κάνει πιο επίσημο, πιο "ρόλος". Το αφηγητής μου κάνει πιο κοντά στην έννοια της προφορικής παράδοσης. Σε μια εθνογραφική προσέγγιση θα τον έλεγα αφηγητή. Αν θέλεις να θολώσεις τα πράγματα και να αναδείξεις το καθημερινό, είναι αφηγητής. Αν θέλεις να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα και να δώσεις σε κάθε χαρακτήρα έναν ξεκάθαρο και συμβολικό ρόλο, είναι ιστορητής.Αν θέλεις να δώσεις την πληροφορία με την πρώτη, είναι ιστορητής. Αν θέλεις η πληροφορία να είναι εκεί αλλά η ίδια έννοια να έχει πολλές αναγνώσεις, είναι αφηγητής. Εγώ θα σκεφτόμουν σχετικά με την θέση μου απέναντι στα σύμβολά. Τα θέλω απτά και ξεκάθαρα; Θέλω ο αετός να σημαίνει "ελευθερία" για παράδειγμα; Ή θέλω να εμπεριέχει κι άλλες έννοιες
ώστε να τον ερμηνεύω κατα πως με βολεύει (Ερμηνεύω = Ερμής = Αγγελιοφόρος = τα νέα από άλλους...). Ο αετός μου ίσως να είναι τότε σύμβολο "ελευθερίας", "δύναμης", "ελέγχου" "αρμονίας" και πάει λέγοντας ανάλογα με τις ανάγκες των καιρών και την τρέχουσα "μόδα". Οι αφηγήσεις και οι ιστορίες αλλάζουν.

Αυτός ο άνθρωπος, ως "hablador"΄είναι ο εκπρόσωπος του Llosa. Το θέμα είναι ποιος είναι ο δικός σου εκπρόσωπος. Το τι νομίζουμε εμείς είναι παντελώς άσχετο.


Διάλογος με Β. (Ροβιθέ):


Β.:
Ιστορητής. Όχι ότι ο αφηγητής υπολείπεται (μάλλον είναι ακριβέστερο όπως το αντιλαμβάνομαι από τα συμφραζόμενα - δεν ξέρω λέξη ισπανικά) αλλά στην καθομιλουμένη μας έχει πιο στενό περιεχόμενο, ενώ ο ιστορητής έχει και έναν "εξωτισμό" μια και περιγράφει έναν ιθαγενή πολιτισμό. Σκέφτομαι ότι ο καθένας που μιλάει μπορεί να είναι ένας αφηγητής, αλλά ο ιστορητής της φυλής μπορεί να είναι ένας μόνο επιλεγμένος άνθρωπος, όχι ο καθένας.


Εγώ:
Κι εμένα το "ιστορητής" μου αρέσει, κυρίως επειδή το σκέφτηκα εγώ με το τρομερό μυαλό μου και ενθουσιάστηκα, μου φάνηκε κι εμένα πιο "εξωτικό" (για τον βασικό λόγο ότι η λέξη αυτή δεν υπάρχει ενώ "ακούγεται σαν" να υπάρχει).

Το κακό είναι ότι στους περισσότερους που το έδωσα δεν άρεσε. Ο Θανάσης το βρήκε κακόηχο, η Πόλυ είπε ότι της θυμίζει βυζάντιο και της χαλάει την ατμόσφαιρα (πρότεινε κάποια περίφραση όπως "ο άνθρωπος που μιλά", πράμα που εμένα με απωθεί τελείως), μια άλλη φίλη λέει ότι της κάνει "πιο επίσημο, πιο ρόλος" ενώ το αφηγητής "πιο καθημερινό" και μάλλον πιο ταιριαστό στο συγκεκριμένο πρόσωπο (βέβαια εγώ για τον ίδιο λόγο προτιμώ το ιστορητής, επειδή είναι πιο "ρόλος").

Ένας άλλος φίλος που δεν βλέπει (επομένως το άκουσε, δεν το διάβασε), είπε ότι προτιμά το ιστορητής παρόλο που "ακούγεται ξερό", γιατί το αφηγητής του "ακούγεται πολύ στρογγυλό". Συνειδητοποίησα ότι κι εμένα το κριτήριό μου ήταν μάλλον ακουστικό - "ακούω" το κείμενο καθώς το διαβάζω, ίσως φαντάζομαι κάποιον να αφηγείται την ιστορία...

Μιλάμε για τρεις εναντίον δύο - δύσκολη απόφαση. Βέβαια το δείγμα είναι πολύ μικρό για να είναι στατιστικώς σημαντικό - αλλά και πάλι ο στόχος δεν ήταν η στατιστική, ήταν η συλλογή απόψεων από ανθρώπους με μόρφωση και με λογοχοτεχνικό ένστικτο, αν μπορώ να το πω έτσι. Έλεγα ότι θα μου λύσει το δίλημμα, αλλά είμαι στα ίδια πάλι: εγώ πρέπει ν' αποφασίσω.

Μήπως όμως πάντα έτσι δεν είναι με τις αποφάσεις;


Β.:
Μη σε απασχολεί ιδιαίτερα η άποψη της Πόλυς, το "ιστορώ" με την έννοια του "απεικονίζω" υπάρχει στις βυζαντινές αγιογραφίες, αλλά είναι εντάξει και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Ίσως για να αποδώσεις καλύτερα την έννοια του "ρόλου" να το γράφεις σαν κύριο όνομα - με κεφαλαίο. Αλλά αν στο πρωτότυπο είναι με μικρό, θα διαπράξεις κάποιου είδους λαθροχειρία, ε;


Εγώ:
Ναι κι εγώ κάπως έτσι το σκέφτομαι. Την άλλη έννοια του ιστορώ την ήξερα φυσικά και την έλαβα υπόψη μου, αλλά ομολογώ ότι μου άρεσε αυτό το μικρό παιχνίδι, αυτό το υπονοούμενο... ιστορώ-αφηγούμαι, ιστορώ-περιγράφω, ιστορώ-πλουμίζω, ιστορώ-απεικονίζω...

Όσο για τη λαθροχειρία, μάλλον ναι, αν και στην πραγματικότητα διαπράττω διαρκώς τέτοιες λαθροχειρίρες. Προσπαθώ να μένω πιστή στο "πνεύμα" του έργου, αλλά και ποιος ξέρει ποιο είναι αυτό;-)

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Η περιπέτεια μιας μετάφρασης

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ιστορία ενός έρωτα

Κάπως έτσι λοιπόν αποφάσισα να μεταφράσω το El hablador. Από τη σκέψη ως την πράξη όμως υπάρχει μια απόσταση η οποία χρειάζεται να γεφυρωθεί μεθοδικά και οργανωμένα. Τι σήμαινε στην πράξη αυτή η μετάφραση; Ήθελα μόνο να το μεταφράσω ή και να το εκδώσω; Προφανώς το δεύτερο: μια μετάφραση χωρίς αναγνώστες είναι σαν τον παροιμιώδη θόρυβο της πτώσης ενός δέντρου στην έρημο όπου δεν υπάρχει κανείς να τον ακούσει. Εξίσου προφανώς όμως το πρώτο: αυτό που μετρούσε πρωτίστως για μένα ήταν η μετάφραση, και αναφέρομαι εδώ στην πράξη της μετάφρασης και όχι στο αποτέλεσμά της. Αυτό που λαχταρούσα πάνω απ' όλα ήταν εκείνες οι στιγμές που θα καθόμουν στο γραφείο μου το πρωί, με έναν αχνιστό καφέ και σουσαμένια κριτσίνια, θα άπλωνα τα χέρια μου στο πληκτρολόγιο, με το βιβλίο ανοιγμένο μπροστά μου, θα άφηνα τις φράσεις να με διαποτίσουν και να κυλήσουν από τα δάκτυλά μου καινούριες, αλλιώτικες και ωστόσο ίδιες - ή μάλλον σχεδόν ίδιες, όπως επισημαίνει ο Ουμπέρτο Έκο στο έργο του Εμπειρίες μετάφρασης.

Ναι, αυτό ήταν που ήθελα - και φοβόμουν ότι αν έβαζα ως στόχο να το εκδώσω, ίσως να έχανα την ευκαιρία να το μεταφράσω. Ακούγεται αντιφατικό αλλά είναι απόλυτα λογικό. Ποια είμαι εγώ; Μια μεταφράστρια του σωρού ανάμεσα σε τόσες, χωρίς τυπικά προσόντα, χωρίς σπουδές μετάφρασης, χωρίς ούτε καν ένα πτυχίο φιλολογίας, χωρίς κανένα σημαντικό έργο στο ενεργητικό μου. Ποια είναι η δουλειά μου; Ένα απίθανο συνονθύλευμα από διοικητικά έγγραφα, τεχνικά εγχειρίδια, παιδιά και εφηβικά βιβλία, εκλαϊκευμένη επιστήμη, άρθρα περιοδικών, υποτίτλους ντοκυμανταίρ, επιστημονικά συγγράμματα και - επιτέλους! - λίγα μυθιστορήματα, όλα πρόφατα, όλα από τα ισπανικά, και όλα τελείως άγνωστα. Με τέτοιο βιογραφικό ποιος θα με επέλεγε για να μεταφράσω ένα έργο του Λιόσα, ενός συγγραφέα τόσο γνωστού, τόσο πετυχημένου, τόσο πολυμεταφρασμένου; Αν πρότεινα την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου σε έναν μεγάλο οίκο, ποιος θα μπορούσε να μου εγγυηθεί ότι δεν θα αποφάσιζαν να προχωρήσουν αναθέτοντας τη μετάφραση σε κάποιον άλλον, κάποιον δικό τους έμπιστο συνεργάτη; Και τι θα γινόταν τότε το όνειρό μου να το μεταφράσω εγώ;

Ίσως οι φόβοι μου να ήταν υπερβολικοί και αβάσιμοι, ωστόσο ήταν υπαρκτοί και επιτακτικοί. Μετά από λίγη σκέψη, λοιπόν, αποφάσισα να μεταφράσω το βιβλίο πρώτα και να προσεγγίσω εκδότες μετά, όταν θα το είχα πια τελειώσει. Το σκεπτικό μου ήταν ότι με ένα έτοιμο έργο στα χέρια ο κάθε εκδότης θα έμπαινε πιο εύκολα στον πειρασμό να το εκδώσει άμεσα, χωρίς να σκεφτεί να το δώσει σε άλλον μεταφραστή. Ενδόμυχα όμως σκεφτόμουν επίσης ότι έτσι θα είχα τη χαρά να το μεταφράσω και να ελπίζω, ενώ το μεταφράζω, ότι μπορεί να εκδοθεί - ενώ αν πλησίαζα κάποιους εκδότες και απέρριπταν την πρότασή μου ή ανέθεταν σε άλλον τη μετάφραση, θα έχανα το δικαίωμα να ονειρεύομαι.

Ανοησία; Σίγουρα. Οι ερωτευμένοι είναι ανόητοι, κι εγώ ήμουν ερωτευμένη. Κρατούσα ζηλότυπα το εύρημά μου μακριά από αδιάκριτα μάτια, στο ιδιωτικό δικό μου μαγικό σύμπαν. Φυσικά υπήρχε το ενδεχόμενο στο διάστημα αυτό να αποφασίσει κάποιος οίκος να εκδώσει το βιβλίο και να το αναθέσει σε άλλον εν αγνοία μου - ωστόσο το ενδεχόμενο αυτό ήταν πάρα πολύ μικρό. Το βιβλίο ήταν παλιό, εικοσαετίας, και δεν ανήκε στις μεγάλες επιτυχίες του συγγραφέα. Αφού δεν είχε μεταφραστεί τόσα χρόνια, το πιθανότερο ήταν ότι θα εξακολουθούσε να περνά απαρατήρητο εις το διηνεκές, αν δεν το ανέσυρα εγώ από τη λήθη.

Ξεκίνησα λοιπόν να μεταφράζω - στα διάκενα του χρόνου, κλεμμένα από τη δουλειά μου, την οικογένειά μου και τις άλλες υποχρεώσεις μου. Επειδή δεν αμοιβόμουν με χρήματα για το έργο αυτό, ένιωθα ενοχές να του αφιερώνω χρόνο. Από τη μία το λαχταρούσα, από την άλλη ντρεπόμουν γι' αυτό και το έκρυβα . Δούλευα κυρίως όταν ήμουν μόνη στο σπίτι και δεν μιλούσα γι' αυτό σε κανέναν, μεταξύ άλλων επειδή με έτρωγε ο μυστικός φόβος ότι δεν θα τα κατάφερνα, δεν θα τα έβγαζα πέρα, δεν θα έβρισκα αρκετό χρόνο, δεν θα το ολοκλήρωνα ποτέ, ή ακόμα ότι δεν θα κατάφερνα να σταθώ στο ύψος του, ότι η δουλειά μου θα υπολειπόταν του πρωτοτύπου, θα ήταν θλιβερά μέτρια και ανάξια και θα αναγκαζόμουν να την καταστρέψω. Δούλευα με απόλαυση και αγωνία, μισή ώρα τη μια μέρα, μία ώρα την άλλη, μετά για πολλές μέρες ίσως καθόλου, μετά για δυο τρεις μέρες πολλές ώρες σε ρει, άλλοτε πάλι το άφηνα για μήνες ολόκληρους.

Πέρασαν έτσι σχεδόν δυο χρόνια.

Όταν ολοκλήρωσα περίπου τα δύο τρίτα του βιβλίου, αισθάνθηκα πια ότι είχα ξεπεράσει κάποιο ορόσημο. Αισθάνθηκα ότι θα το τελείωνα ό,τι και να γινόταν. Αισθάνθηκα ότι τα είχα καταφέρει. Ένιωσα αυτοπεποίηθηση, σιγουριά. Και τότε μίλησα σε άλλους. Αρχικά σε πολύ στενούς φίλους, αργότερα σε φίλους ιστολόγους και σε μερικούς ακόμη γνωστούς μου. Ανάμεσα σε άλλα, ήθελα να το συζητήσω, να το μοιραστώ, ήθελα γνώμες τρίτων για το γενικό ύφος της μετάφρασης, για τον τίτλο και για τις μεταφραστικές επιλογές μου. Έτσι λοιπόν τους έστειλα δείγματα του κειμένου και ερωτήσεις και συνέλεξα γνώμες και απόψεις, που με βοήθησαν πολύ να κατασταλάξω στην τελική εκδοχή της μετάφρασης.

Κι έτσι ο ιστορητής ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2011, και ξεκίνησα με την ησυχία μου να τον ξαναδιαβάζω και να κάνω διορθώσεις. Ήταν η πιο απολαυστική στιγμή: ο μεγάλος όγκος της δουλειάς είχε φύγει, και μπορούσα να λιμάρω και να λεπτολογώ το κείμενο όσο και όπως ήθελα. Αλλά στις 7 Οκτωβρίου του 2010 μια ανάρτηση στο φόρουμ Λεξιλογία ήρθε να με βγάλει από τη μακαριότητά μου:
Στον Μάριο Βάργκας Λιόσα το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2010.

Με τη χαρακτηριστική μου ετοιμότητα, μόλις το είδα έπαθα αμέσως black out. Πρώτη μου αντίδραση μόλις συνήλθα, ήταν ο πανικός. Τι έπρεπε να κάνω; Τώρα σίγουρα οι εκδότες θα αναζητούσαν όλα τα έργα του για να τα επανεκδώσουν, και σίγουρα θα ανακάλυπταν αυτό το ξεχασμένο μικρό αριστούργημα. Αν δεν ενεργούσα άμεσα, το πιθανότερο ήταν ότι θα το ανέθεταν σε κάποιον άλλον και θα έχανα την ευκαιρία να εκδώσω τη δουλειά μου. Δεν είχα πλέον την πολυτέλεια να λεπτολογώ και να ομφαλοσκοπώ: έπρεπε να κινηθώ. Μετά τον πρώτο πανικό, και χάρη στις φιλικές και χρήσιμες συμβουλές και παραινέσεις των συναδέλφων στη Λεξιλογία, έστειλα μηνύματα σε εκδότες, εξηγώντας την κατάσταση και προτείνοντάς τους τη μετάφρασή μου. Την επόμενη κιόλας μέρα μου τηλεφώνησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που τα τελευταία χρόνια εκδίδουν συστηματικά τα έργα του Λιόσα. Από εκεί και πέρα όλα έγιναν σχεδόν χωρίς να το καταλάβω: η συνάντηση με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, η συμφωνία, η παράδοση, η συνεργασία με την Ελευθερία Κοψιδά (την καλύτερη επιμελήτρια με την οποία έχω συνεργαστεί ποτέ μου, και στην οποία η τελική εκδοχή του βιβλίου οφείλει πάρα πολλά), η αλλαγή του τίτλου και η εκτύπωση - ως τα μέσα Δεκέμβρη όλα είχαν τελειώσει, και κρατούσα στα χέρια μου το βιβλίο τυπωμένο.

Περίμενα ότι θα μου λείψει. Στο κάτω-κάτω είχα ζήσει μ' αυτό δυο ολόκληρα χρόνια και βάλε. Αλλά κάτι η ένταση των τελευταίων δύο μηνών, κάτι το γεγονός ότι ανοίχτηκε σε πολλούς ανθρώπους και σα να διασκορπίστηκε, έμοιαζε να μην είναι πια δικό μου. Το άφησα να ταξιδέψει στον κόσμο χωρίς εμένα, σαν χάρτινη βαρκούλα σε ποτάμι, έκπληκτη που ένα όνειρό μου είχε ενσαρκωθεί με τόσο ανέλπιστο τρόπο. Ας γίνει όχημα για τα όνειρα όσων θα το διαβάσουν.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Λέξη, όνομα, τίτλος

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.