Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Η περιπέτεια μιας μετάφρασης

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ιστορία ενός έρωτα

Κάπως έτσι λοιπόν αποφάσισα να μεταφράσω το El hablador. Από τη σκέψη ως την πράξη όμως υπάρχει μια απόσταση η οποία χρειάζεται να γεφυρωθεί μεθοδικά και οργανωμένα. Τι σήμαινε στην πράξη αυτή η μετάφραση; Ήθελα μόνο να το μεταφράσω ή και να το εκδώσω; Προφανώς το δεύτερο: μια μετάφραση χωρίς αναγνώστες είναι σαν τον παροιμιώδη θόρυβο της πτώσης ενός δέντρου στην έρημο όπου δεν υπάρχει κανείς να τον ακούσει. Εξίσου προφανώς όμως το πρώτο: αυτό που μετρούσε πρωτίστως για μένα ήταν η μετάφραση, και αναφέρομαι εδώ στην πράξη της μετάφρασης και όχι στο αποτέλεσμά της. Αυτό που λαχταρούσα πάνω απ' όλα ήταν εκείνες οι στιγμές που θα καθόμουν στο γραφείο μου το πρωί, με έναν αχνιστό καφέ και σουσαμένια κριτσίνια, θα άπλωνα τα χέρια μου στο πληκτρολόγιο, με το βιβλίο ανοιγμένο μπροστά μου, θα άφηνα τις φράσεις να με διαποτίσουν και να κυλήσουν από τα δάκτυλά μου καινούριες, αλλιώτικες και ωστόσο ίδιες - ή μάλλον σχεδόν ίδιες, όπως επισημαίνει ο Ουμπέρτο Έκο στο έργο του Εμπειρίες μετάφρασης.

Ναι, αυτό ήταν που ήθελα - και φοβόμουν ότι αν έβαζα ως στόχο να το εκδώσω, ίσως να έχανα την ευκαιρία να το μεταφράσω. Ακούγεται αντιφατικό αλλά είναι απόλυτα λογικό. Ποια είμαι εγώ; Μια μεταφράστρια του σωρού ανάμεσα σε τόσες, χωρίς τυπικά προσόντα, χωρίς σπουδές μετάφρασης, χωρίς ούτε καν ένα πτυχίο φιλολογίας, χωρίς κανένα σημαντικό έργο στο ενεργητικό μου. Ποια είναι η δουλειά μου; Ένα απίθανο συνονθύλευμα από διοικητικά έγγραφα, τεχνικά εγχειρίδια, παιδιά και εφηβικά βιβλία, εκλαϊκευμένη επιστήμη, άρθρα περιοδικών, υποτίτλους ντοκυμανταίρ, επιστημονικά συγγράμματα και - επιτέλους! - λίγα μυθιστορήματα, όλα πρόφατα, όλα από τα ισπανικά, και όλα τελείως άγνωστα. Με τέτοιο βιογραφικό ποιος θα με επέλεγε για να μεταφράσω ένα έργο του Λιόσα, ενός συγγραφέα τόσο γνωστού, τόσο πετυχημένου, τόσο πολυμεταφρασμένου; Αν πρότεινα την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου σε έναν μεγάλο οίκο, ποιος θα μπορούσε να μου εγγυηθεί ότι δεν θα αποφάσιζαν να προχωρήσουν αναθέτοντας τη μετάφραση σε κάποιον άλλον, κάποιον δικό τους έμπιστο συνεργάτη; Και τι θα γινόταν τότε το όνειρό μου να το μεταφράσω εγώ;

Ίσως οι φόβοι μου να ήταν υπερβολικοί και αβάσιμοι, ωστόσο ήταν υπαρκτοί και επιτακτικοί. Μετά από λίγη σκέψη, λοιπόν, αποφάσισα να μεταφράσω το βιβλίο πρώτα και να προσεγγίσω εκδότες μετά, όταν θα το είχα πια τελειώσει. Το σκεπτικό μου ήταν ότι με ένα έτοιμο έργο στα χέρια ο κάθε εκδότης θα έμπαινε πιο εύκολα στον πειρασμό να το εκδώσει άμεσα, χωρίς να σκεφτεί να το δώσει σε άλλον μεταφραστή. Ενδόμυχα όμως σκεφτόμουν επίσης ότι έτσι θα είχα τη χαρά να το μεταφράσω και να ελπίζω, ενώ το μεταφράζω, ότι μπορεί να εκδοθεί - ενώ αν πλησίαζα κάποιους εκδότες και απέρριπταν την πρότασή μου ή ανέθεταν σε άλλον τη μετάφραση, θα έχανα το δικαίωμα να ονειρεύομαι.

Ανοησία; Σίγουρα. Οι ερωτευμένοι είναι ανόητοι, κι εγώ ήμουν ερωτευμένη. Κρατούσα ζηλότυπα το εύρημά μου μακριά από αδιάκριτα μάτια, στο ιδιωτικό δικό μου μαγικό σύμπαν. Φυσικά υπήρχε το ενδεχόμενο στο διάστημα αυτό να αποφασίσει κάποιος οίκος να εκδώσει το βιβλίο και να το αναθέσει σε άλλον εν αγνοία μου - ωστόσο το ενδεχόμενο αυτό ήταν πάρα πολύ μικρό. Το βιβλίο ήταν παλιό, εικοσαετίας, και δεν ανήκε στις μεγάλες επιτυχίες του συγγραφέα. Αφού δεν είχε μεταφραστεί τόσα χρόνια, το πιθανότερο ήταν ότι θα εξακολουθούσε να περνά απαρατήρητο εις το διηνεκές, αν δεν το ανέσυρα εγώ από τη λήθη.

Ξεκίνησα λοιπόν να μεταφράζω - στα διάκενα του χρόνου, κλεμμένα από τη δουλειά μου, την οικογένειά μου και τις άλλες υποχρεώσεις μου. Επειδή δεν αμοιβόμουν με χρήματα για το έργο αυτό, ένιωθα ενοχές να του αφιερώνω χρόνο. Από τη μία το λαχταρούσα, από την άλλη ντρεπόμουν γι' αυτό και το έκρυβα . Δούλευα κυρίως όταν ήμουν μόνη στο σπίτι και δεν μιλούσα γι' αυτό σε κανέναν, μεταξύ άλλων επειδή με έτρωγε ο μυστικός φόβος ότι δεν θα τα κατάφερνα, δεν θα τα έβγαζα πέρα, δεν θα έβρισκα αρκετό χρόνο, δεν θα το ολοκλήρωνα ποτέ, ή ακόμα ότι δεν θα κατάφερνα να σταθώ στο ύψος του, ότι η δουλειά μου θα υπολειπόταν του πρωτοτύπου, θα ήταν θλιβερά μέτρια και ανάξια και θα αναγκαζόμουν να την καταστρέψω. Δούλευα με απόλαυση και αγωνία, μισή ώρα τη μια μέρα, μία ώρα την άλλη, μετά για πολλές μέρες ίσως καθόλου, μετά για δυο τρεις μέρες πολλές ώρες σε ρει, άλλοτε πάλι το άφηνα για μήνες ολόκληρους.

Πέρασαν έτσι σχεδόν δυο χρόνια.

Όταν ολοκλήρωσα περίπου τα δύο τρίτα του βιβλίου, αισθάνθηκα πια ότι είχα ξεπεράσει κάποιο ορόσημο. Αισθάνθηκα ότι θα το τελείωνα ό,τι και να γινόταν. Αισθάνθηκα ότι τα είχα καταφέρει. Ένιωσα αυτοπεποίηθηση, σιγουριά. Και τότε μίλησα σε άλλους. Αρχικά σε πολύ στενούς φίλους, αργότερα σε φίλους ιστολόγους και σε μερικούς ακόμη γνωστούς μου. Ανάμεσα σε άλλα, ήθελα να το συζητήσω, να το μοιραστώ, ήθελα γνώμες τρίτων για το γενικό ύφος της μετάφρασης, για τον τίτλο και για τις μεταφραστικές επιλογές μου. Έτσι λοιπόν τους έστειλα δείγματα του κειμένου και ερωτήσεις και συνέλεξα γνώμες και απόψεις, που με βοήθησαν πολύ να κατασταλάξω στην τελική εκδοχή της μετάφρασης.

Κι έτσι ο ιστορητής ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2011, και ξεκίνησα με την ησυχία μου να τον ξαναδιαβάζω και να κάνω διορθώσεις. Ήταν η πιο απολαυστική στιγμή: ο μεγάλος όγκος της δουλειάς είχε φύγει, και μπορούσα να λιμάρω και να λεπτολογώ το κείμενο όσο και όπως ήθελα. Αλλά στις 7 Οκτωβρίου του 2010 μια ανάρτηση στο φόρουμ Λεξιλογία ήρθε να με βγάλει από τη μακαριότητά μου:
Στον Μάριο Βάργκας Λιόσα το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2010.

Με τη χαρακτηριστική μου ετοιμότητα, μόλις το είδα έπαθα αμέσως black out. Πρώτη μου αντίδραση μόλις συνήλθα, ήταν ο πανικός. Τι έπρεπε να κάνω; Τώρα σίγουρα οι εκδότες θα αναζητούσαν όλα τα έργα του για να τα επανεκδώσουν, και σίγουρα θα ανακάλυπταν αυτό το ξεχασμένο μικρό αριστούργημα. Αν δεν ενεργούσα άμεσα, το πιθανότερο ήταν ότι θα το ανέθεταν σε κάποιον άλλον και θα έχανα την ευκαιρία να εκδώσω τη δουλειά μου. Δεν είχα πλέον την πολυτέλεια να λεπτολογώ και να ομφαλοσκοπώ: έπρεπε να κινηθώ. Μετά τον πρώτο πανικό, και χάρη στις φιλικές και χρήσιμες συμβουλές και παραινέσεις των συναδέλφων στη Λεξιλογία, έστειλα μηνύματα σε εκδότες, εξηγώντας την κατάσταση και προτείνοντάς τους τη μετάφρασή μου. Την επόμενη κιόλας μέρα μου τηλεφώνησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που τα τελευταία χρόνια εκδίδουν συστηματικά τα έργα του Λιόσα. Από εκεί και πέρα όλα έγιναν σχεδόν χωρίς να το καταλάβω: η συνάντηση με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, η συμφωνία, η παράδοση, η συνεργασία με την Ελευθερία Κοψιδά (την καλύτερη επιμελήτρια με την οποία έχω συνεργαστεί ποτέ μου, και στην οποία η τελική εκδοχή του βιβλίου οφείλει πάρα πολλά), η αλλαγή του τίτλου και η εκτύπωση - ως τα μέσα Δεκέμβρη όλα είχαν τελειώσει, και κρατούσα στα χέρια μου το βιβλίο τυπωμένο.

Περίμενα ότι θα μου λείψει. Στο κάτω-κάτω είχα ζήσει μ' αυτό δυο ολόκληρα χρόνια και βάλε. Αλλά κάτι η ένταση των τελευταίων δύο μηνών, κάτι το γεγονός ότι ανοίχτηκε σε πολλούς ανθρώπους και σα να διασκορπίστηκε, έμοιαζε να μην είναι πια δικό μου. Το άφησα να ταξιδέψει στον κόσμο χωρίς εμένα, σαν χάρτινη βαρκούλα σε ποτάμι, έκπληκτη που ένα όνειρό μου είχε ενσαρκωθεί με τόσο ανέλπιστο τρόπο. Ας γίνει όχημα για τα όνειρα όσων θα το διαβάσουν.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Λέξη, όνομα, τίτλος

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

6 σχόλια:

  1. Όσο πάει γίνεται και πιο ενδιαφέρον. Δεν το μπαζάρω, είναι πολύ προσωπικό.

    Γιατί δε φτιάχνεις κανένα διήγημα, καμιά νουβέλα; Γράφεις ωραία όταν αναφέρεσαι σε βιώματά σου, σε πράγματα που κατέχεις καλά, τα κείμενά σου φεύγουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ε ναι δεν είναι και για μπαζάρισμα. Μπορείς όμως να το κοινολογήσεις, δεν είναι ντροπή.

    Όσο για το γιατί δε γράφω, τι να σου πω... μου το έχουν πει πολλοί, αλλά δεν το παίρνω απόφαση. Δεν θα ήξερα τι να γράψω, να πω την αλήθεια. Όταν μιλάω για μένα, η πλοκή είναι δεδομένη. Αλλά η μυθοπλασία θέλει επινόηση, και δεν ξέρω αν το 'χω. Δε δοκίμασα ποτέ μου.

    Άσε που δεν πιστεύω ότι είμαι κάνα μεγάλο ταλέντο, και δε νομίζω ότι ο κόσμος χρειάζεται άλλον έναν μέτριο συγγραφέα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μια χαρά μπορεί αυτό το ποστ να γίνει διήγημα/νουβέλα, τα 'χει όλα. Πρωταγωνιστεί μια γυναίκα της μεσαίας τάξης, με έναν κατανοητό τρόπο ζωής, που αποφασίζει να κάνει μια μικρή Γαλλική Επανάσταση κ.λπ. Δίνει τον αγώνα της στο περιθώριο των υποχρεώσεών της, ξαφνικά όλα μοιάζει να καταρρέουν, όμως ο αγώνας τώρα δικαιώνεται, happy end.

    Για την ακρίβεια, μπορεί να γίνει καταπληκτική νουβέλα, πρωτότυπη και διαφορετική, που από τη μια θα έχει ανθρώπους οικείους στον αναγνώστη, από την άλλη όμως θα έχει και την υπέρβαση της καθημερινότητας, το δραματικό στοιχείο, τα πάντα όλα. Απλώς αν αποφασίσεις να το κάνεις διήγημα, τότε πρέπει να το γράψεις διαφορετικά. Να μη λες στο αναγνώστη τα συναισθήματα της πρωταγωνίστριας ("δίσταζα να ξεκινήσω τη μετάφραση", "ξαφνικά είδα τον κόσμο να καταρρέει" κ.λπ.) αλλά να τα δείχνεις. Μέσα από διαλόγους και πράξεις. Βάλε κι έναν πιασάρικο τίτλο, ξέρω γω, "Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα Ως Βούληση Και Ως Παράσταση" και είσαι ωραία. Το αν έχεις ταλέντο ή όχι, άσε να το κρίνει η επιτροπή για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. :)

    Καλά άσε να τα γράψω πρώτα το μπλογκ μου για να μην πάθω συμφόρηση έτσι που με πνίγουνε, και μετά θα το σκεφτώ αυτό που λες.

    Ευχαριστώ, είναι πολύ τονωτικό να σου δείχνει τόση εμπιστοσύνη ένας άνθρωπος άξιος εμπιστοσύνης.

    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλημέρα,

    Πολύ ωραία η περιγραφή της εμπειρίας σου και εξαιρετικά ενθαρρυντικό το αποτέλεσμα! Προσωπικά, μου άρεσε που το επιχείρησες με τόση αγάπη και μυστικότητα, αυτή είναι η ομορφιά κάποιων πραγμάτων...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πόσο κολακευτικό να μου αφήνει σχόλιο ο Αιθέρας! :D

    Χαίρομαι που σου άρεσε, κι εμένα μου άρεσε έτσι όπως το έκανα. Ελπίζω να σου αρέσει και το ίδιο το βιβλίο αν αποφασίσεις να το διαβάσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή