Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Ο ιστορητής - Αναφορές στο δίκτυο

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Έγραψαν για το βιβλίο:

Πλάτων, φόρουμ "Κακά παιδιά"
Ενα παλιότερο μυθιστόρημα του Βάργκας Λιόσα έρχεται στο προσκήνιο μετά τη βράβευση του Περουβιανού συγγραφέα με το Νομπέλ. Αφηγείται τη ζωή ενός ανθρώπου που γίνεται «ιστορητής» σε μια φυλή του Αμαζονίου.
Το μυθιστόρημα ''Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες'' έχει ως ήρωά του έναν Περουβιανό Εβραίο, τον Μασκοφόρο. Το παρατσούκλι του νεαρού οφείλεται σε «μια ελιά βαθυκόκκινη σαν μπρούσκο κρασί, απλωμένη σε όλη τη δεξιά πλευρά του προσώπου του». Ο Μασκοφόρος ζει στη Λίμα. Αντιμετωπίζει την ειρωνεία και την εχθρότητα των ξένων, δέχεται την καταπιεστική αγάπη του πατέρα του, απολαμβάνει τη φιλία του αφηγητή. Η μοναχική ζωή του Μασκοφόρου δεν παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα, ώσπου ο ήρωας μαθαίνει για τους Ματσιγκένγκα, μια ολιγομελή φυλή του Αμαζονίου. Οι ιστορητές της φυλής είναι άνθρωποι που γυρνούν από χωριό σε χωριό και αφηγούνται ιστορίες. Οι Ματσιγκένγκα μαζεύονται κι ακούν για ώρες. Αυτή είναι η διασκέδαση και η χαρά τους.

Ο Μασκοφόρος σπουδάζει ανθρωπολογία, φαίνεται πως μπορεί να εξελιχθεί σε ταλαντούχο επιστήμονα. Μελετά τη μειονοτική κουλτούρα των Ματσιγκένγκα. Γίνεται λάβρος ιθαγενιστής. Προσηλυτίζεται πολιτιστικά. Καταλήγει μονομανής: διαρκώς καταφέρεται εναντίον των δυτικών, γλωσσολόγων και ιεραπόστολων, οι οποίοι εκχριστιανίζουν ταχύρρυθμα τις φυλές του Αμαζονίου. Το αποτέλεσμα είναι το απότομο πέρασμα των ιθαγενών από τη νομαδική στη στατική ζωή, αν και ο υποτιθέμενος εκσυγχρονισμός μοιάζει να είναι βιτρίνα. Κάποια στιγμή γίνεται γνωστό πως ο Μασκοφόρος μετοίκησε στο Ισραήλ με τον γέρο πατέρα του. Στην πραγματικότητα σβήνει τα ίχνη του.

Η ιστορία του Λιόσα αναπτύσσεται σε δυο παράλληλους αφηγηματικούς άξονες. Στον πρώτο μάς μιλά ο αφηγητής φίλος του Μασκοφόρου. Βρισκόμαστε στη Φλωρεντία το 1981. Ο αφηγητής βρίσκεται εκεί για να ξεχάσει για λίγο το Περού και τους Περουβιανούς, όμως αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο. Επισκέπτεται μια έκθεση φωτογραφιών του Αμαζονίου σε μια κάπως μυστήρια γκαλερί της Φλωρεντίας και μία φωτογραφία ενός "ιστορητή" από τη φυλή Ματσιγκένγκα θα του τραβήξει την προσοχή και θα του θυμίσει έναν παλιό φίλο από τη Λίμα ο οποίος εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. Οι μνήμες γίνονται όλο και πιο δυνατές, και τα δύο πρόσωπα αφηγούνται, ο καθένας με τον τρόπο του και τη δική του προσωπική γλώσσα, την ίδια ιστορία, ξεδιπλώνοντας κάθε φορά τις φανερές και κρυφές πλευρές της.

Έτσι, η αφήγηση πηγαίνει προς τα πίσω, στο 1958, όταν οι δυο συμφοιτητές, ο αφηγητής και ο Μασκοφόρος σπούδαζαν στη Λίμα και έπαιρναν αποφάσεις για τη ζωή τους. Με τη μέθοδο του αφηγηματικού παζλ, η ιστορία του Μασκοφόρου συμπληρώνεται με παλίνδρομες κινήσεις στον αφηγηματικό χρόνο. Ο αφηγητής είναι καθαρός εκπρόσωπος του δυτικού κόσμου. Ο ορθολογισμός είναι η θρησκεία του. Η σκέψη του αναπτύσσεται με μικρές επαγωγές, σε ευθεία γραμμή. Οταν το 1981 αναλαμβάνει να γυρίσει ορισμένες τηλεοπτικές εκπομπές για την τηλεόραση της Λίμα, πέφτει πάνω στον Μασκοφόρο και τα καλά κρυμμένα μυστικά του.


Σοφία Νικολαΐδου, εφημερίδα "Τα Νέα"
Ο Μασκοφόρος που έλεγε ιστορίες
Ενα παλιότερο μυθιστόρημα του Βάργκας Λιόσα έρχεται στο προσκήνιο μετά τη βράβευση του περουβιανού συγγραφέα με το Νομπέλ. Αφηγείται τη ζωή ενός ανθρώπου που γίνεται «ιστορητής» σε μια φυλή του Αμαζονίου.

H αφήγηση ιστοριών είναι πρωτογενής ανθρώπινη λειτουργία. Από τα ομηρικά κείμενα, που αποτέλεσαν τη λογοτεχνική βάση του δυτικού πολιτισμού, ώς το σουμεριακό έπος του Γιλγαμές κι από τις ιστορίες των χωρικών γύρω από τη φωτιά ώς τα παραμύθια που λέμε στα παιδιά, η αφήγηση συγκινεί, τέρπει, διδάσκει. Μόνο αυτό; «Αγγίζει μια κρυφή χορδή και τέρμα», απαντά κοφτά ένας από τους ήρωες του Λιόσα. Γι΄ αυτόν η αφήγηση δεν είναι απλή διασκέδαση αλλά «κάτι πρωτογενές από το οποίο εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη ενός λαού».

Η αφήγηση δίνει μορφή στον κόσμο, θα έλεγε κάποιος φανατικός της λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες έχει ως ήρωά του έναν περουβιανό εβραίο, τον Μασκοφόρο. Το παρατσούκλι του νεαρού οφείλεται σε «μια ελιά βαθυκόκκινη σαν μπρούσκο κρασί, απλωμένη σε όλη τη δεξιά πλευρά του προσώπου του». Ο Μασκοφόρος ζει στη Λίμα. Αντιμετωπίζει την ειρωνεία και την εχθρότητα των ξένων, δέχεται την καταπιεστική αγάπη του πατέρα του, απολαμβάνει τη φιλία του αφηγητή. Η μοναχική ζωή του Μασκοφόρου δεν παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα, ώσπου ο ήρωας μαθαίνει για τους Ματσιγκένγκα, μια ολιγομελή φυλή του Αμαζονίου. Οι ιστορητές της φυλής είναι άνθρωποι που γυρνούν από χωριό σε χωριό και αφηγούνται ιστορίες. Οι Ματσιγκένγκα μαζεύονται κι ακούν για ώρες. Αυτή είναι η διασκέδαση και η χαρά τους.

Ο Μασκοφόρος σπουδάζει ανθρωπολογία, φαίνεται πως μπορεί να εξελιχθεί σε ταλαντούχο επιστήμονα. Μελετά τη μειονοτική κουλτούρα των Ματσιγκένγκα. Γίνεται λάβρος ιθαγενιστής. Προσηλυτίζεται πολιτιστικά. Καταλήγει μονομανής: διαρκώς καταφέρεται εναντίον των δυτικών, γλωσσολόγων και ιεραπόστολων, οι οποίοι εκχριστιανίζουν ταχύρρυθμα τις φυλές του Αμαζονίου. Το αποτέλεσμα είναι το απότομο πέρασμα των ιθαγενών από τη νομαδική στη στατική ζωή, αν και ο υποτιθέμενος εκσυγχρονισμός μοιάζει να είναι βιτρίνα. Κάποια στιγμή γίνεται γνωστό πως ο Μασκοφόρος μετοίκησε στο Ισραήλ με τον γέρο πατέρα του. Στην πραγματικότητα σβήνει τα ίχνη του.

Η ιστορία του Λιόσα αναπτύσσεται σε δυο παράλληλους αφηγηματικούς άξονες. Στον πρώτο μάς μιλά ο αφηγητής φίλος του Μασκοφόρου. Βρισκόμαστε στη Φλωρεντία το 1981. Ο αφηγητής βρίσκεται εκεί «για να ξεχάσει για λίγο το Περού και τους Περουβιανούς», όμως αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο. Με διάφορες αφορμές, η αφήγηση πηγαίνει προς τα πίσω, στο 1958, όταν οι δυο συμφοιτητές, ο αφηγητής και ο Μασκοφόρος σπούδαζαν στη Λίμα και έπαιρναν αποφάσεις για τη ζωή τους. Με τη μέθοδο του αφηγηματικού παζλ, η ιστορία του Μασκοφόρου συμπληρώνεται με παλίνδρομες κινήσεις στον αφηγηματικό χρόνο. Ο αφηγητής είναι καθαρός εκπρόσωπος του δυτικού κόσμου. Ο ορθολογισμός είναι η θρησκεία του. Η σκέψη του αναπτύσσεται με μικρές επαγωγές, σε ευθεία γραμμή. Οταν το 1981 αναλαμβάνει να γυρίσει ορισμένες τηλεοπτικές εκπομπές για την τηλεόραση της Λίμα, πέφτει πάνω στον Μασκοφόρο και τα καλά κρυμμένα μυστικά του.

Το δεύτερο αφηγηματικό νήμα αφορά τις ιστορίες που αφηγείται ένας ιστορητής των Ματσιγκένγκα, ο οποίος θα αποκαλύψει σταδιακά την ιδιαίτερη ταυτότητά του. Οι αφηγήσεις είναι φυγόκεντρες, οργανώνονται με βάση τη μαγική σκέψη της φυλής, διέπονται από παγανισμό και ανιμισμό, που διακρίνονται και αποδίδονται στη μετάφραση. Η φυλή των Ματσιγκένγκα, κυνηγοί, συλλέκτες, τοξότες, νομάδες, παράλογοι, μάγοι, ανιμιστές, ένας αδάμαστος κόσμος ακόμα στη Λίθινη Εποχή, προστατεύει τον ιστορητή και αρνείται να μιλήσει γι΄ αυτόν στους απ΄ έξω. Η μαγικήθρησκευτική κουλτούρα της φυλής που αντικαθρεφτίζεται στη πολυεστιακή αφήγηση, μας μεταφέρει στη «χαραυγή της ανθρώπινης ιστορίας».


Γρηγόρης Μπέκος, εφημερίδα "Το Βήμα"
Οι ιθαγενείς του Αμαζονίου και η μνήμη Βάργκας Λιόσα
Για πρώτη φορά στα ελληνικά ένα από τα πιο μαγευτικά βιβλία του περουβιανού συγγραφέα που βραβεύτηκε εφέτος με το Νομπέλ λογοτεχνίας.

Τα πάντα ξεκινούν από μια φωτογραφία.

Γυμνές, καθιστές φιγούρες ιθαγενών περικυκλώνουν μια όρθια σιλουέτα που μιλάει και τους καταπλήσσει κάπου στα ανατολικά της Αμαζονίας του Περού. Η φωτογραφία απεικονίζει έναν ιστορητή της μειονοτικής και νομαδικής φυλής Ματσιγκένγκα που έχει στον ώμο έναν παπαγάλο και κάτι που τον κάνει ξεχωριστό, «μια ελιά βαθυκόκκινη σαν μπρούσκο κρασί, απλωμένη σε όλη τη δεξιά πλευρά του προσώπου του». Ο ένας εκ των δύο βασικών αφηγητών και alter ego του Μάριο Βάργκας Λιόσα στο μυθιστόρημά του Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες βλέπει το καλοκαίρι του 1981 την εν λόγω φωτογραφία σε μια γκαλερί της Φλωρεντίας και συγκινείται σφόδρα. Το περιστατικό αυτό του ερεθίζει μια μύχια, «κρυφή χορδή» που δεν είναι άλλη απ΄ αυτό που ευρύτερα ονομάζουμε κουλτούρα: αυτό που δεν ορίζεται ούτε απαραίτητα εξηγείται, αυτό που μας χαρακτηρίζει σε σχέση με τους άλλους χωρίς να εκριζώνεται από το μέσα μας. Απομακρυσμένος ο αφηγητής από τον γενέθλιο τόπο, αποφασίζει να γράψει για να θυμηθεί έναν φίλο από τα παλιά που έσβησε τα ίχνη του πριν από χρόνια. Αυτό γίνεται αφορμή να στοχαστεί τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα από την τέχνη της αφήγησης που ο ίδιος υπηρετεί και να συνειδητοποιήσει την αρχέγονη και ζωοδότρια ανάγκη της ανθρωπότητας να διηγείται ιστορίες: ό,τι ακριβώς εξισώνει έναν «άγριο» ιθαγενή με τα στίφη του καταναλωτικού παροξυσμού.

Ο μυστηριώδης Μασκοφόρος
Η πολυπλόκαμη ιστορία του Λιόσα αναπτύσσεται γύρω από τον μυστηριώδη Μασκοφόρο που έλεγε ιστορίες, για την ακρίβεια που έμαθε να τις λέει αφού πρώτα τις απορρόφησε ως το μεδούλι. Στη Λίμα της δεκαετίας του ΄50 ο φίλος του αφηγητή, ο εβραίος Σαούλ Σουράτας (οι συμβολισμοί εδώ είναι επαρκώς εξόφθαλμοι), ένας περιθωριακός μεταξύ περιθωριακών λόγω της εμφάνισής του, αποφασίζει να παρατήσει τη Νομική και να σπουδάσει Εθνολογία σε πείσμα του πατέρα του που τον αγαπά και τον καταπιέζει. Η επαφή του με τους ιθαγενείς και τη ζούγκλα, η αγνότητα των ανθρώπων και του τόπου, του δημιουργούν μια πρωτόφαντη πνευματική και συγκινησιακή ταύτιση και ακολούθως τον προσηλυτίζουν πολιτισμικά στον καταγωγικό πυρήνα ενός κόσμου που μοιάζει να κατέχει την ουσία και την αλήθεια της ύπαρξης. Ο Σαούλ Σουράτας σαγηνεύεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυλής των Ματσιγκένγκα και τους αφιερώνεται ολοκληρωτικά μαχόμενος όσους πιστεύει ότι τους σπιλώνουν με τις σκοπιμότητές τους, από τους ιεραποστόλους του επαχθούς εκχριστιανισμού ως τους επιστήμονες γλωσσολόγους και ανθρωπολόγους που κομίζουν τάχα ανιδιοτελές ερευνητικό ενδιαφέρον. Οι Ματσιγκένγκα επιβιώνουν από τη βιαιότητα των άλλων φυλών και των ξένων εισβολέων μέσα από την «περιπατητική» τους λογική, τη διασπορά και τον κατακερματισμό τους. Διατηρούν όμως τη συνοχή τους, τη συλλογική συνείδηση και μνήμη, μέσω των ιστορητών που με τα στόματά τους πλέκουν την άφατη αλυσίδα που τους κρατά μαζί και τους τραβά ώστε να «συνεχίζουν να περπατούν, για να μη πέσει ποτέ ο ήλιος» τους. Ο Περουβιανός Σαούλ, σαν άλλος Παύλος στον δρόμο προς τη Δαμασκό, αποφασίζει να μεταστραφεί και να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία του πολιτισμού, την επιστροφή στον «άλλο» χρόνο, «από το κοστούμι και τη γραβάτα ως τη γύμνια και το τατουάζ, από τα ισπανικά στα χειμαρρώδη κροταλίσματα της γλώσσας των Ματσιγκένγκα, από τη λογική στη μαγεία και από τη μονοθεϊστική θρησκεία ή τον δυτικό αγνωστικισμό ως τον παγανιστικό ανιμισμό».

Η πρόζα του Λιόσα ωστόσο γίνεται εμπνευσμένη και οργιαστική στις εμβόλιμες σελίδες όπου ο Μασκοφόρος αναδημιουργεί τον ιδιαίτερο μυθικό κόσμο των ιθαγενών, έναν κόσμο θρύλων και δοξασιών, όπου το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος, η φύση και ο άνθρωπος συνυπάρχουν σε μια αμόλυντη, πρωτεϊκή αχρονία του κόσμου. Αυτή η αφηγηματική φωνή «εκ των έσω», που συμφύεται με τα πυκνά δέντρα και κυλά μαζί με τα ποτάμια, συμπορεύεται με το υπόλοιπο βιβλίο σε μια ειλικρινή πολιτισμική (και συνεπώς πολιτική) ανησυχία του Λιόσα για τις πύρρειες νίκες του πολιτισμού επί της κουλτούρας. Η συμπάθεια του συγγραφέα για ό,τι ανθίσταται στην ισοπέδωση της παμφάγου παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας προκαλεί σκέψη και συγκίνηση.


Ανταίος Χρυσοστομίδης, "Η Αυγή", 17.12.2010 (από το bestseller.gr)
Νόμπελ λογοτεχνίας 2010. Την περασμένη Κυριακή συστήσαμε μερικά από τα βιβλία του Μάριο Βάργκας Λιόσα που πρέπει, κατά τη γνώμη της στήλης, να διαβάσετε. Να ξεκινήσουμε τη σημερινή παρέλαση βιβλίων με ένα ακόμα βιβλίο του νομπελίστα συγγραφέα που έρχεται φρέσκο από το τυπογραφείο. Το «Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες» (μτφρ. Τατιάνα Ραπακούλια, εκδ. Καστανιώτη) γράφτηκε το 1987 και, παρ' ότι θεωρείται από τα καλύτερα μυθιστορήματα του Λιόσα, εκδίδεται μόλις τώρα στα ελληνικά. Δύο άνθρωποι, ένας διανοούμενος κι ένας «ιστορητής» της φυλής Ματσιγκένγκα, αφηγούνται σε παράλληλες και με διαφορετικές μεταξύ τους γραφές ιστορίες που έχουν σχέση με τους πατροπαράδοτους μύθους του Αμαζονίου, και την επιρροή τους στη σύγχρονη ζωή. Καίριο, μαγικό, ευκολοδιάβαστο.


Θεωρώ παράσημο υψίστης τιμής το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμμία αναφορά στη μετάφραση. Συνήθως όταν υπάρχει κάποιο σχόλιο για τον μεταφραστή, είναι επειδή δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Η καλή μετάφραση οφείλει να μην γίνεται καν αντιληπτή ως τέτοια.

Υπάρχουν φυσικά και οι περιπτώσεις εξαιρετικών μεταφράσεων, ή μεταφράσεων εξαιρετικών έργων, ή ακόμη και εξαιρετικών μεταφράσεων εξαιρετικών έργων, δεν φιλοδοξώ όμως να συγκαταλεχθεί η παρούσα μετάφραση σε αυτές.

Διαβάζοντας τις θετικές κριτικές που γράφτηκαν, χαίρομαι που η μετάφρασή μου κατόρθωσε να αναδείξει την ομορφιά και την ιδιαιτερότητα του πρωτοτύπου αρκετά ώστε να αφήσει τις σωστές εντυπώσεις στους αναγνώστες.

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ιστορία ενός έρωτα

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου