Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Ο ιστορητής - Παράρτημα (βιβλιογραφία και ευρετήριο)

Προηγούμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Ανατομία μιας μετάφρασης: Mεταφραστικές επιλογές

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για λεξιλόγιο και παραδόσεις της φυλής Ματσιγκένγκα:

1. Pequeño diccionario machiguenga-castellano, Betty Snell, 2008 Instituto Linguïstico de Verano, Lima, Perú

2. Diccionario Asháninka Castellano, Rubén Cushimariano Romano, Richer C. Sebastian Q., versión preliminar, diciembre del 2008

3. Diccionario Quechua-Español-Quechua, Academia Mayor de la lengua Quechua, Gobierno Regional, Cuzco, Perú, 2005

4. Mitos de la cultura machigenka, parte I, Fr.Joaquín Barriales, OP, misionero dominico, revista Antisuyo, no.3, 1979, pp.163-181

5. Mitos de la cultura machigenka, parte II, Fr.Joaquín Barriales, OP, misionero dominico, revista Antisuyo, no.5, 1981, pp.11-131

6. Families of the forest: the Matsigenka Indians of the Peruvian Amazon, Allen W. Johnson, 2003, University of California Press

7. Anthropologie des sociétés amazoniennes, Université Libre de Bruxelles, Faculté des Sciences Sociales, Politiques et Economiques, Département des Sciences Sociales

8. Mitología y realidad socio-histórica en El hablador de Vargas Llosa, Rita Gnutzmann, Universidad del País Vasco, Vitoria (España)

9. Temptation of the Word: The Novels of Mario Vargas Llosa, Efraín Kristal, Vanderbilt University Press, 1998

Για τη μεταγραφή του επωνύμου Llosa σε Λιόσα (προφορά ορισμένων περιοχών του Περού):

1. Wikipedia: Yeísmo y lleísmo

2. Προσωπική επικοινωνία με Αγγελική Αλεξοπούλου (λέκτορα του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ισπανόφωνη και εξαιρετική μεταφράστρια).

Για τη μεταγραφή του επωνύμου Vargas σε Μπάργας και για τη μεταγραφή ισπανικών ονομάτων γενικά:

Omniglot - Spanish

Λεξικό Ισπανο-Ελληνικό, Μέδουσα, Αθήνα 2008

Spanish Dictionary, Collins, sixth edition, 2001

El comentario fonológico y fonético de textos, teoría y práctica, Antonio Quilis, Madrid, Arco-Libros, 1991

Manual de pronunciación española, Tomás Navarro Tomás, Consejo Superior de Investigaciones Científicas, Instituto “Miguel de Cervantes”, Publicaciones de la Revista de Filología Española, 19ª edición, Madrid 1977

Elementos de fonética general, Samuel Gili Gaya, Biblioteca Románica Hispánica, editorial Gredos, 15ª edición, Madrid 1978

Los sonidos del lenguaje, Juana Gil Fernandez, editorial Síntesis

Fonética para aprender español: Pronunciación, Dolors Poch Olivé, editorial Edinumen, 1999

Φωνολογία, Marina Nespor, εκδόσεις Πατάκης 1993

[όλα τα παραπάνω βιβλία υπάρχουν στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας, πλην του τελευταίου το οποίο υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου]

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

Το ευρετήριο είναι χωρισμένο θεματικά. Θεώρησα ότι έτσι εκτός από ευρετήριο άγνωστων λέξεων και όρων θα έχει και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει όλες τις υποσημειώσεις του βιβλίου, εμπλουτισμένες, καθώς και αρκετές επιπλέον.

Για την προφορά και τη μεταγραφή των λέξεων της γλώσσας Ματσιγκένγκα ακολούθησα τον τρόπο γραφής του Λιόσα, μεταγράφοντας σύμφωνα με τους κανόνες της ισπανικής γλώσσας. Ο τρόπος αυτός συχνά διέφερε από την γραφή που βρήκα στο λεξικό της Betty Snell (βλ. βιβλιογραφία). Όπου συμβαίνει αυτό, στο ευρετήριο δίνεται και η δεύτερη εκδοχή της λέξης.

Σε κάποιες περιπτώσεις αντικατέστησα την ισπανική λέξη του πρωτοτύπου με λέξη της γλώσσας Ματσιγκένγκα ή Κέτσουα, επειδή θεώρησα ότι ταίριαζε στο κλίμα του κειμένου. Σε άλλες περιπτώσεις αντικατέστησα τις λέξεις του πρωτοτύπου με άλλες παραπλήσιες που θεώρησα πιο οικείες στον Έλληνα αναγνώστη, για να διευκολύνω τη ροή του κειμένου.

Οι λέξεις που θεώρησα ότι εξηγούνται επαρκώς μέσα στο ίδιο το κείμενο δεν συμπεριλαμβάνονται στο ευρετήριο.

ΛΕΞΕΙΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΤΣΙΓΚΕΝΓΚΑ

γιαγοντόρο (yagontoro, στα ισπανικά carachupa avispa): Cynoches perodiano, είδος σφήκας που καταδιώκει όποιον περάσει κοντά στη φωλιά της.

γιανίρι (yaniri): Alouatta seniculus, πίθηκος μυκητής. Μεγαλόσωμος κοκκινωπός πίθηκος που βγάζει δυνατούς μυκηθμούς, εξ ου και το όνομά του (αγγλικά howler monkey: πίθηκος που ουρλιάζει, ισπανικά mono hablador = πίθηκος που μιλάει).

Γκαμαϊρόνι (Gamaironi): ο κάτω κόσμος

ιναένκα (inaenka): γυναίκα που μυρίζει αρρώστια (ina = μητέρα, γυναίκα και enkagagatsi, ienkagake = μυρίζω, μυρίζω άσχημα), προσωποποίηση της αρρώστιας

Ινκίτε (Inkite): ο επάνω κόσμος

ισερεπίτο (iserepito): φυλαχτό.

ιτόνι (itoni): είδος κακοποιού πνεύματος

Καμαβιρία (Kamabiría): ποταμός του κάτω κόσμου

καμαγάρινι (kamagárini και kamagarini): κακοποιό πνεύμα

κασιβαρενίνι (kashibarenini): είδος κακοποιού πνεύματος

κατσιβορέρινε (kachiborérine): κομήτης

κενκιτσατατσιρίρα (kenkitsatatsirira): ο άνθρωπος που αφηγείται ιστορίες, ο ιστορητής.

κιεντιβάκορι (kentivákori και kientivakori): ο δημιουργός κάθε κακού

κιριγκέτι (kirigueti και kirigeti): Tripsurus cruentatus, είδος δρυοκολάπτη

κογαπακόρι (kogapakori): σκληροτράχηλες ομάδες ιθαγενών που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές

μαγούνα (maguna και mágona, στα ισπανικά sachapapa): Dioscorea trifida, φυτό παρόμοιο με γλυκοπατάτα

ματσικανάρι (machikanari): κακός μάγος

Μεσιαρένι (Meshiareni): ποταμός του πάνω κόσμου

Μορεναντσιίτε (Morenanchiite): ο αφέντης της βροντής

οσκιάχε (oskiaje): τόπος όπου συναντιέται ο πάνω με τον κάτω κόσμο

ποτσοτίκι (από τη λέξη potsoti): το βαφικό φυτό ατσιότε (βλ.λέξη)

σαανκαρίτε (saankarite): αγαθό πνεύμα

σανκόρι (sankori και sánkori): Atta spp., φυλλοκόπα μυρμήγκια. Μεγάλα, κοκκινωπά, κόβουν μεγάλα κομμάτια φύλλων που μεταφέρουν στη φωλιά τους.

σεριγόρομπι (serigórompi): αλλόκοτος, εκκεντρικός

σεριπιγάρι (seripigari): σαμάνος, θεραπευτής

τασουρίντσι (tasurinchi και tasorintsi): 1. άνθρωπος, 2. ο δημιουργός του κόσμου

τοβάιτι (tovaiti): πολλοί

τσακάμι (chakami, στο πρωτότυπο εμφανίζεται ισπανικά: trompetero): Psophia leucoptera, πουλί που συγγενεύει με τους γερανούς.

τσεϊβαρίντσι (tseibarintsi) είδος παγίδας στο έδαφος, για μεγάλα ζώα.

τσοβίβουριτι (chobíburiti και chovívinti): Tringa solitaria, είδος τρύγγα, μικρό παρυδάτιο αποδημητικό πουλί, που διαχειμάζει στη λεκάνη του Αμαζονίου. Στην παράδοση των Ματσιγκένγκα θεωρείται προάγγελος αρρώστιας, πλημμύρας και άλλων καταστροφών.

τσονκίρι (tzonkiri και tsonkiri): κολιμπρί.

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΦΥΛΕΣ ΙΘΑΓΕΝΩΝ

Τοπωνυμια

Αντισούγιο (Antisyuo και Andesyuo, στη γλώσσα Κέτσουα syuo = επαρχία): επαρχία των Άντι. Με την ονομασία Άντι (Anti) αποκαλούσαν οι Ίνκα όλες τις φυλές ιθαγενών της ομάδα Αραουάκ (Arawak).

Γιαρινακότσα (Yarinacocha, στη γλώσσα Κέτσουα cocha = λίμνη): μία από τις περιφέρειες του Περού, όπου βρίσκεται η λίμνη λίμνη Γιαρίνα

Μορονακότσα (Moronacocha, στη γλώσσα Κέτσουα cocha = λίμνη): λίμνη Μορόνα

Ταουαντινσούγιο (Tahuantisuyo, από τη γλώσσα Κέτσουα, tawa = τέσσερα και suyo = επαρχία, πολιτεία): η αρχαιότερη και ισχυρότερη αυτοκρατορία της Αμερικανικής ηπείρου, με επίκεντρο την πόλη Κούσκο, αποτελούμενη από πολλούς λαούς υποταγμένους υπό την ηγεσία των Ίνκας.

Φυλες

Αγουαρούνα (Aguaruna, Awajún): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού), παραδοσιακά πολεμιστές.

Αμουέσα (Amuesha, Yanesha): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού). Η γλώσσα τους ανήκει στην ομάδα των Αραουάκ.

Αραουάκ (Arawak, Arahuaco): μεγάλη ομάδα ιθαγενών φυλών των Αντιλλών και της βορειοανατολικής Νότιας Αμερικής. Η γλώσσα arawakan (γνωστή και ως maipurean) είναι πολύ διαδεδομένη και μιλιέται από πολλές φυλές σε διάφορες παραλλαγές.

Ασάνινκα (Asháninka, Ashaninka): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού, Βραζιλία). Μαζί με τους Ματσιγκένγκα ανήκουν στην ομάδα των Κάμπα και στην ευρύτερη ομάδα των Αραουάκ.

Γιάγουα (Yagua, Yahuna, Ñihamwo, Yihamwo, Nihamwo, Mishara): ιθαγενείς της Αμαζονίας (βορειοανατολικό Περού).

Γιαμινάουα (Yaminahua, Yaminawa, Jamináwa): φυλή του Αμαζονίου (Περού, Βραζιλία, Βολιβία). Η γλώσσα τους ανήκει στην γλωσσική οικογένεια pano.

Κάμπα (Campa): ομάδα των ιθαγενών Αραουάκ που ζούσαν κοντά στις Άνδεις. Περιλαμβάνει τους Ασάνινκα και τους Ματσιγκένγκα.

Μάσκο (Mashco): πολεμοχαρείς ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού), συγγενικοί με τη φυλή Πίρο. Η γλώσσα τους ανήκει στην ομάδα των Αραουάκ.

Ματσιγκένγκα (Machiguenga, Machigenga, Matsigenka, Matsigenga): ιθαγενείς της Αμαζονίας (νοτιοανατολικό Περού, κοντά στα σύνορα με Βολιβία και Βραζιλία). Μαζί με τους Ασάνινκα στην ομάδα των Κάμπα και στην ευρύτερη ομάδα των φυλών Αραουάκ, όπου κατατάσσονται γλωσσικά.

Ουαμπίσα (Huambisa): ιθαγενείς της Αμαζονίας, στις περιοχές των ποταμών Μαρανιόν και Σαντιάγο(Περού). Έχουν ανοιχτόχρωμο δέρμα, εξαιτίας της καταγωγής τους από γυναίκες ευρωπαίων που απήγαγαν οι πρόγονοί τους.

Πίρο (Piro, Yine): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού). Η γλώσσα τους ανήκει στην ομάδα των Αραουάκ.

Πουναρούνα (Punaruna, Puñaruna): στη γλώσσα Κέτσουα και στη γλώσσα Ματσιγκένγκα, «οι άνθρωποι του βουνού». Αναφέρεται στους ιθαγενείς των Άνδεων, στους ομιλητές της γλώσσας Κέτσουα,

Σάπρα (Shapra): ιθαγενείς της Αμαζονίας (Περού). Μιλούν τη γλώσσα candoshi, shapra ή murato που δεν έχει άμεση συγγένεια με άλλες γλώσσες ιθαγενών.

Σιπίβα (Shipiba, Shipibo): ιθαγενείς της Αμαζονίας, γύρω από την περιοχή της Πουκάλπα (Περού).

Τσοντσόιτε (Chonchoite): στη μυθολογία των Ματσιγκένγκα, ανθρωποφάγα φυλή. Στη γλώσσα των Ασάνινκα, είδος σφήκας.

Χίβαρο (Jíbaro, Jívaro): ομάδα φυλών ιθαγενών της Αμαζονίας, γύρω από τον ποταμό Μαρανιόν (Περού).

http://www.everyculture.com/South-America/index.html

Κέτσουα (Quechua): η γλώσσα των Ίνκας. Μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες του Περού, μαζί με τα ισπανικά και τα αϋμάρα.

Αϋμάρα (Aymara): γλώσσα ομάδας φυλών των υψιπέδων των Άνδεων και ομώνυμη φυλή. Μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες του Περού, μαζί με τα ισπανικά και τα κέτσουα.

Τούπι-Γκουαρανί (Tupi-Guaraní): γλωσσική ομάδα φυλών της κεντρικής Νότιας Αμερικής (κυρίως Βραζιλία).

ΛΕΞΕΙΣ ΙΘΑΓΕΝΩΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ (Κέτσουα, Αϋμάρα, Μάγια, Τούπι-Γκουαρανί)

αγιαουάσκα (ayahuasca, γλώσσα Κέτσουα): παραισθησιογόνο αφέψημα που παρασκευάζεται από το φυτό Banisteriopsis caapi συνήθως αναμειγμένου με διάφορα άλλα είδη ψυχοτρόπων φυτών.

αγκουτί (agutí, από το akutí της γλώσσας Τούπι-Γκουαρανί): μεγαλόσωμο τρωκτικό του γένους Dasyprocta.

ατσιότε (achiote, Περού κ.ά.): Bixa orellan, δέντρο με σπόρους που δίνουν κόκκινη βαφή, γνωστή στο εμπόριο ως χρωστική της Ορλεάνης ή annatto.

βιρακότσα (Viracocha): έτσι ονόμαζαν πολλές φυλές αμερικανών ιθαγενών τους ευρωπαίους. Κον-Τίκι Βιρακότσα ονομαζόταν ο θεός-δημιουργός της μυθολογίας των Ίνκας. Σύμφωνα με έναν μύθο, γενειοφόροι άγγελοι πολεμιστές, σταλμένοι από τον Βιρακότσα, θα έρχονταν στη γη, και τότε θα γινόταν η συντέλεια του κόσμου και η αυτοκρατορία των Ίνκας θα καταστρεφόταν. Όταν είδαν τους Ισπανούς στρατιώτες θεώρησαν ότι ήταν αυτοί ακριβώς οι άγγελοι καταστροφείς και τους ονόμασαν «βιρακότσα», ονομασία που προεκτάθηκε στη συνέχεια σε όλους τους ευρωπαίους.

γιακουμάμα (yacumama, λέξη του Περού, επίσης anaconda): Eunectes spp. μεγάλο φίδι πιο γνωστό ως ανακόντα.

γιαραβί (yaraví): παραδοσιακά τραγούδια, μελωδικά και μελαγχολικά, από το διαμέρισμα της Αρεκίπα στο νότιο Περού.

γκαμιτάνα (gamitana, λέξη του Περού): Colossoma macropomum μεγάλο ψάρι του γλυκού νερού, φτάνει το 1 μέτρο μήκος και τα 40 κιλά βάρος.

καπιβάρα (capibara): Hydrochoerus hydrochaeris, το μεγαλύτερο τρωκτικό του πλανήτη μας, με σώμα που θυμίζει γουρούνι. Στο Περού λέγεται ronsoco (ρονσόκο).

καρατσάμα (carachama): Pseudorinelepis genibarbis, ποταμόψαρο παρόμοιο με τα γατόψαρα, που έχει την ικανότητα να αναπνέει αέρα μαζί με νερό, βγάζοντας το κεφάλι του έξω όταν το νερό είναι φτωχό σε οξυγόνο.

κούμο (cumo, λέξη του Περού): Lonchocarpus urucu και Lonchocarpus utilis, φυτά με δηλητηριώδη χυμό που χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα, σαν τον φλόμο (βλέπε και μπαρμπάσκο).

κούσμα (cushma): ριχτό μπαμπακερό ρούχο.

λουπούνα (lupuna, λέξη του Περού): Ceiba pentandra, γιγάντιο δέντρο της Αμαζονίας. Λέγεται επίσης και ceiba (σέιβα), pochote (ποτσότε) ή kapok (κάποκ).

μασάτο (masato, Άνδεις): ποτό που προέρχεται από ζύμωση καλαμποκιού, μπανάνας ή γιούκα.

μαχάς (majaz, λέξη του Περού, επίσης paca): Cuniculus paca, μεγαλόσωμο τρωκτικό.

μπάγρε (bagre): κοινή ονομασία πολλών ειδών ποταμόψαρων της Αμαζονίας.

μπαρμπάσκο (barbasco, λέξη του Περού): Lonchocarpus urucu και Lonchocarpus utilis, φυτά με δηλητηριώδη χυμό που χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα, σαν τον φλόμο (βλέπε και κουμο).

μποκιτσίκο (boquichico): Prochilodus nigricans και άλλα παρόμοια είδη ψαριών των ποταμών του Περού, μήκους 30-40 εκ.

ντατούρα (floripondio, λέξη του Περού): φυτά του γένους Brugmansia, παρόμοια με το συγγενικό γένος Datura, αλλά πολυετή και δενδρώδη.

οσελότος (ocelote, από τη γλώσσα Ναουάτλ, στο πρωτότυπο tigrillo, λέξη του Περού): Leopardus pardalis, μικρόσωμο αιλουροειδές της Νότιας Αμερικής.

ουανγκάνα (huangana, λέξη του Περού και του Εκουαδόρ): Tayassu pecari, ένα από τα δύο είδη πεκάρι (θηλαστικό συγγενικό με τους αγριόχοιρους).

ουίτο (huito): Genipa americana, δέντρο που ο χυμός των άγουρων καρπών του δίνει σκούρα μπλε βαφή για το δέρμα, με την οποία κάνουν τατουάζ οι ιθαγενείς της Αμαζονίας.

ουνγκουράβι (ungurabi): Jessenia bataua, είδος φοινοκόδεντρου.

ούτα (uta, Περού και Εκουαδόρ): δερματική λεϊσμανίαση, ασθένεια που προκαλεί έλκη στο πρόσωπο.

οχέ (ojeé και ojé): Ficus insipida, δέντρο της Αμαζονίας που φτάνει τα 18 μέτρα ύψος. Ο χυμός του έχει φαρμακευτικές ιδιότητες.

πάιτσε (paiche): Arapaima gigas, ποταμόψαρο που φτάνει τα 2 μέτρα μήκος και τα 200 κιλά βάρος.

παμακάρι (pamacari): μεγάλη σκεπαστή βάρκα ποταμού.

παμπανίγια (pampanilla και taparrabos): περίζωμα γλουτών (κομμάτι υφάσματος που καλύπτει μέση, κοιλιά και γεννητικά όργανα), συνηθισμένο ένδυμα σε πολλές φυλές ιθαγενών.

πιντόκ (pintoc, γλώσσα Κέτσουα, στο πρωτότυπο εμφανίζεται στα ισπανικά, caña brava): Gynerium sagittatum, ψηλά καλάμια με γερό κορμό που χρησιμοποιείται σε κατασκευές σπιτιών, επίπλων κ.τ.ό.

πόνγκο (pongo, χρησιμοποιείται στο Περού και αλλού, από τις γλώσσες Κέτσουα και Αϋμάρα): στενό και απόκρημνο πέρασμα ποταμού. Η λέξη χρησιμεύει και ως τοπωνύμιο.

πότλατς (potlach): τελετουργία των ιθαγενών των ακτών του Βόρειου Ειρηνικού ωκεανού, όπου ο οικοδεσπότης μοιράζει άφθονα δώρα στους επισκέπτες.

ρονσόκο (ronsoco, λεξη του Περού): Hydrochoerus hydrochaeris, το μεγαλύτερο τρωκτικό του πλανήτη μας, με σώμα που θυμίζει γουρούνι. Λέγεται και capibara (καπιβάρα, βλ.λ.)

σάβαλο (sábalo): κοινή ονομασία πολλών ειδών ποταμόψαρων της Αμαζονίας.

σαχίνο (sajino, λέξη του Περού): Tayassu tajacu, ένα από τα δύο είδη πεκάρι, θηλαστικό συγγενικό με τους αγριόχοιρους.

σοπάι (Sopai και Supay): στη μυθολογία των Ίνκα και των Αϋμάρα, θεός του κάτω κόσμου και του θανάτου. Μετά την έλευση των χριστιανών ιεραποστόλων ταυτίστηκε με τον διάβολο.

τοέ (tohé): φυτό του γένους Brugmansia, γνωστό και ως floripondio, συγγενικό με τη ντατούρα.

τσαμπίρα (chambira): Astrocaryum chambira, είδος φοινικόδεντρου με αγκάθια μήκους 10-25 εκατοστών. Ο καρπός του χρησιμεύει ως τροφή και για φαρμακευτικούς σκοπούς, ενώ από τα φύλλα του κατασκευάζονται σχοινιά, καλάθια και άλλα χειροτεχνήματα.

τσίκουα (chicua): Coccyzus americanus, είδος κούκου που έχει τη συνήθεια να κρώζει δυνατά πριν τις καταιγίδες (μία από τις κοινές αγγλικές ονομασίες είναι storm crow, κοράκι της καταιγίδας).

τσαράπα (charapa): Podocnemis spp. είδος χελώνας του γλυκού νερού.

τσίτσα (chicha): οινοπνευματώδες ποτό από καλαμπόκι (η λέξη προέρχεται από τη γλώσσα των Μάγια).

τσιτσάρα-ματσάκουι (chicharra-machacuy): Fulgora laternaria, είδος ημίπτερου εντόμου (ισπανικά chicharra: τζιτζίκι, το επίθετο machacuy προέρχεται πιθανόν από τη γλώσσα Κέτσουα και αποδίδεται σε δηλητηριώδη φίδια). Λέγεται επίσης machaca, víbora voladora (ιπτάμενη όχεντρα) και mariposa caimán (πεταλούδα καϊμάν) από την ομοιότητά του με πεταλούδα και από το σχήμα του κεφαλιού του, που θυμίζει κεφάλι κροκοδείλου. Η μακριά προβοσκίδα του δίνει την εντύπωση κεντριού και πολλοί το θεωρούν δηλητηριώδες, ενώ είναι ακίνδυνο.

ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Αντρές Φερέρο (Andrés Ferrero): δομηνικανός μοναχός που έζησε ανάμεσα στους ιθαγενείς Ματσιγκένγκα και έγραψε ένα βιβλίο γι’ αυτούς με τίτλο Οι Ματσιγκένγκα (Los Machiguengas).

Ελιθέριο Μαλουέντα (Elicerio Maluenda): έμμεση αναφορά στον Elicerio Martίnez, δομηνικανό μοναχό που έζησε ανάμεσα στους ιθαγενείς Ματσιγκένγκα.

Λουίς Λιόσα Ουρέτα (Luis Llosa Ureta): θείος και πεθερός του συγγραφέα.

Μαριάτεγκι, (José Carlos Mariátegui, 1894-1930): Περουβιανός δημοσιογράφος, συγγραφέας, πολιτικός φιλόσοφος και ακτιβιστής, μαρξιστικής ιδεολογίας.

Μπιθέντε ντε Θενιταγκόγια (Vicente de Cenitagoya): βασκικής καταγωγής δομηνικανός μοναχός. Έζησε ανάμεσα στους ιθαγενείς της Αμαζονίας και έγραψε γι’ αυτούς.

Πωλ Μαρκουά (Paul Marcoy): Γάλλος εξερευνητής και βοτανολόγος του 19ου αι. που ταξίδεψε από το Περού ως τη Βραζιλία και έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία.

Σαρλ Βίνερ (Charles Wiener): γαλλο-αυστριακός επιστήμονας και εξερευνητής που ταξίδεψε πολύ στη Νότια Αμερική και έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία.

Σνέιλ (Schneil): αναφορά στους βορειοαμερικανούς Βαπτιστές ιεραπόστολους και ανθρωπολόγους Wayne και Betty Snell που εργάστηκαν ανάμεσα στους ιθαγενείς Ματσιγκένγκα προσηλυτίζοντας, μεταφράζοντας τη Βίβλο και καταρτίζοντας ένα λεξικό Ματσιγκένγκα-Ισπανικό.

Φιδέλ Περέιρα (Fidel Pereira): γιος ενός λευκού από το Κούσκο και μιας ιθαγενούς Ματσιγκένγκα, κατέγραψε αρκετούς θρύλους των Ματσιγκένγκα.

Χοακίν Μπαριάλες (Joaquín Barriales)

Χοσέ Πίο Άθα Μαρτίνεθ (José Pío Aza Martínez): Ισπανός ιερέας του τάγματος των Δομηνικανών. Έκανε εκτεταμένες ανθρωπολογικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες των ιθαγενών του Περού. Εξέδωσε μεταξύ άλλων το βιβλίο Estudio de la lengua machinguenga (Μελέτη της γλώσσας Ματσιγκένγκα).

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ, ΦΡΑΣΕΙΣ, ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ

κρεολοί (criollos): απόγονοι ευρωπαίων, γεννημένοι στη Λατινική Αμερική.

μεστίσο (mestizo): μιγάς με προγόνους λευκούς και ινδιάνους.

Θερινό Ινστιτούτο Γλωσσολογίας (Instituto Lingüístico de Verano, Summer Institute of Linguistics, Inc.): μη κερδοσκοπικός οργανισμός που προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη των μειονοτικών γλωσσών.

Κανάλι (El Canál): αναφορά στο μεγάλο κανάλι που ονομάζεται Televisión Peruana (Περουβιανή Τηλεόραση).

Μαύρος Θρύλος (Leyenda Negra): η απαξίωση κάθε ισπανικής επιρροής, που έχει τις ρίζες της στον 16ο αιώνα.

Σαν Μάρκος (Universidad Nacional Mayor de San Marcos): Εθνικό Πανεπιστήμιο Σαν Μάρκος, στη Λίμα του Περού.

Caretas: Μάσκες, περιοδικό ποικίλης ύλης πλατιάς κυκλοφορίας στο Περού.

Sendero Luminoso (Σεντέρο Λουμινόσο: Φωτεινό Μονοπάτι): παράνομη κομμουνιστική οργάνωση στο Περού με βίαιη επαναστατική δράση.

ΙΤΑΛΙΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Βασιλική του Σαν Λορέντσο (Chiesa (Basílica) di San Lorenzo): μεγάλη εκκλησία κοντά στο ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας, πάνω στην ομώνυμη πλατεία. Θεωρείται η αρχαιότερη της πόλης.

Κασίνε (Cascine): το μεγαλύτερο πάρκο της Φλωρεντίας.

Μπόργκο ντέι Σάντι Απόστολι (Borgo dei Santi Apostoli): δρόμος της Φλωρεντίας, όπου βρίσκεται η ομώνυμη εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.

Ουφφίτσι (Uffizi): περίφημη γκαλερί της Φλωρεντίας

Πιάτσα ντελ Σάντο Σπίριτο (Piazza del Santo Spirito) πλατεία του Αγίου Πνεύματος, στη Φλωρεντία.

Πιάτσα ντέλα Σινιορία (Piazza della Signoria): η κεντρική πλατεία της Φλωρεντίας.

Σαν Μαρτίνο (San Martino al Vescovo, μετέπειτα Oratorio dei Buonomini di San Martino): παρεκκλήσιο του 5ου αι. όπου εκκλησιάζονταν σημαντικές οικογένειες, όπως οι Αλιγκέρι και οι Ντονάτι, και όπου σύμφωνα με ορισμένες πηγές έγινε ο γάμος του Ντάντε Αλιγκέρι με την Γκέμμα Ντονάτι.

Σάντα Μαργκερίτα (Santa Margherita dei Cerchi): εκκλησία στο ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας, γνωστή από τον 11ο αι., όπου σύμφωνα με άλλες πηγές έγινε ο γάμος του Δάντη.

ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ

Certo. Avanti, avanti.: Βεβαίως. Περάστε, περάστε.

chiusura estivale: κλείσιμο για διακοπές.

forse: ίσως.

genitori γονείς

I nativi della foresta Amazonica: Ιθαγενείς του δάσους του Αμαζονίου.

Il signiore Gabriele Malfatti è morto: Ο κύριος Γκαμπριέλε Μαλφάττι πέθανε.

le dispiaceva: λυπόταν.

macchiato: «λεκιασμένος», καφές εσπρέσσο με ελάχιστο γάλα.

pranzo: μεσημεριανό.

ritornello: σε ποιήματα και τραγούδια του 14ου αιώνα, η τελευταία στροφή, που περιείχε μια επανάληψη ή επιτομή του περιεχομένου. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης σε όπερες, καντάτες και μπαρόκ κονσέρτα.

terza rima: δομή τριών στίχων, ποίημα γραμμένο σε τρίστιχα με ομοιοκαταληξία της μορφής Α-Β-Α, Β-Γ-Β, Γ-Δ-Γ, Δ-Ε-Δ, που χρησιμοποίησε πρώτος ο Δάντης Αλιγκέρι.

zanzare: κουνούπια.

ΛΕΞΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ

αλιγιά (aliá και aliyah): στην εβραϊκή παράδοση, η επιστροφή στη γη του Ισραήλ.

γκόι (goie, από τη γλώσσα των Εβραίων Ασκενάζυ): η μη εβραία.

καμπόκλου (caboclo, πορτογαλικά στο πρωτότυπο, από το kaaboc της γλώσσας Τούπι): μιγάς με προγόνους ιθαγενείς της Βραζιλίας και Ευρωπαίους ή/και Αφρικανούς.

orateur (γαλλικά στο πρωτότυπο): ομιλητής.

speakers (αγγλικά στο πρωτότυπο): ομιλητές.

σαντσάχι (seanchaí, ιρλανδικά στο πρωτότυπο): παραδοσιακός τροβαδούρος της Ιρλανδίας.

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ

Αλληγορία της άνοιξης (Primavera): διάσημος πίνακας του Σάντρο Μποτιτσέλι, γνωστός και ως Άνοιξη.

Μάχη του Αγίου Ρωμανού (Battaglia di San Romano): διάσημο τρίπτυχο του Πάολο Ουτσέλο. Ένας από τους τρεις πίνακας βρίσκεται στη γκαλερί Ουφίτσι (οι άλλοι δύο στο Λούβρο και στην Εθνική Πινακοθήκη τουΛονδίνου)

κρυφή κι ολόδικη αρχή (“principio propio y escondido”): στίχος από στο ποίημα Oda a Felipe Ruiz (Ωδή στον Φελίπε Ρουίθ) του ποιητή Λουίς Πόνθε ντε Λεόν (Fray Luís Ponce de León).

Ελ Ντοράδο, Επτά Πόλεις της Σίβολα (El Dorado, Siete Ciudades de Cïbola): τόποι όπου σύμφωνα με παλιούς θρύλους των Ισπανών υπήρχαν αμύθητοι θησαυροί.

Πριγκήπισα Μαγαλόνα και οι δώδεκα άρχοντες της Γαλλίας: Λαϊκές ιστορίες της Βραζιλίας που προέρχονται από μεσαιωνικούς θρύλους, η Ιστορία της Πριγκίπισας Μαγαλόνα και του εραστή της Πιερ (A Princesa Magalona e seu amante Pierre), και η Ιστορία του Καρλομάγνου και των δώδεκα αρχόντων της Γαλλίας (Carlos Magno e Os Doze Pares de França).

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Επόμενη ανάρτηση: Ο ιστορητής - Σημείωμα της μεταφράστριας (ανέκδοτο).

Ο κατάλογος όλων των αναρτήσεων που αφορούν το βιβλίο "Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες" βρίσκεται στην ανάρτηση Ο ιστορητής - Εισαγωγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου